«Σε κάθε άνθρωπο υπάρχει κάτι ιερό. Αυτό όμως δεν είναι το πρόσωπό του. Ούτε είναι το ανθρώπινο πρόσωπο. Το ιερό είναι αυτός ο ίδιος, αυτός ο άνθρωπος, απλούστατα.

Να, ένας περαστικός στον δρόμο. Έχει μακριά χέρια, γαλανά μάτια, μυαλό από το οποίο περνάνε σκέψεις που αγνοώ, αλλά που ίσως να είναι ασήμαντες.

Δεν είναι ούτε το πρόσωπό του ούτε το ανθρώπινο πρόσωπο σε αυτόν που μου είναι ιερό. Είναι αυτός ο ίδιος. Αυτός, ολόκληρος. Τα χέρια, τα μάτια, οι σκέψεις, τα πάντα. Δεν θα προσβάλω κάτι από αυτά, χωρίς να έχω ξεπεράσει αμέτρητους δισταγμούς».

Στις 24 Αυγούστου 1943 και σε ηλικία μόλις 34 ετών η Σιμόν Βέιλ (Simone Weil) «φεύγει» από τη ζωή από καρδιακή προσβολή. Η υγεία της, ωστόσο, παρουσίαζε σοβαρές επιπλοκές, καθώς είχε επιβάλει ασιτία στον εαυτό της και ο λόγος ήταν μία ισχυρή αίσθηση ηθικής συμπαράστασης απέναντι στους ανθρώπους που πεινούσαν και δεν είχαν τα προς το ζην. Με τη στάση της αυτή, η Βέιλ επέλεξε να εφαρμόσει στην πράξη τις φιλοσοφικές της ιδέες. Επηρεασμένη από τον Καντ, έβλεπε στον κάθε άνθρωπο τον σκοπό και την ανθρώπινη ολότητα ως κάτι το ιερό. Στον απόηχο του τελευταίου μείζονος έργου της Το ρίζωμα (LEnracinement) συνέγραψε ορισμένα μικρότερης έκτασης κείμενα, μεταξύ των οποίων ήταν «Το πρόσωπο και το ιερό». Στο σύντομο αυτό δοκίμιο, η Βέιλ επιχειρεί να αντιπαραθέσει τις δύο έννοιες που αναφέρονται στον τίτλο ταυτίζοντας το ιερό με το απρόσωπο. «Ό,τι είναι απρόσωπο μέσα στον άνθρωπο», ισχυρίζεται, «είναι ιερό». Πώς όμως αποτιμάται η έννοια του ιερού είτε ηθικά είτε αισθητικά. Χαρακτηρίζονται ως ιερές οι έννοιες του καλού, της ομορφιάς και της δικαιοσύνης. Από την άλλη πλευρά, το πρόσωπο εντοπίζεται στη σφαίρα του μερικού, του ατελούς, του διαπραγματεύσιμου. Πρόσωπο και ιερό, ωστόσο, συνδέονται μεταξύ τους με την προϋπόθεση ότι το πρώτο συνιστά το «πέρασμα» στο δεύτερο μέσω μιας ιδιαίτερης εσωτερικής ευαισθησίας που λαμβάνει το βάπτισμα της «ηθικής μοναξιάς». Η ενσυναίσθηση στη δυστυχία των άλλων αποτελεί τον sine qua non παράγοντα για το βίωμα της καλοσύνης και της αλήθειας. Ακόμα πιο μακριά από την τελειότητα του απρόσωπου βρίσκεται για τη Βέιλ η έννοια της συλλογικότητας. Στην περίπτωση αυτή, ο άνθρωπος τείνει περισσότερο να ταυτιστεί με το «εμείς» και υποτάσσεται στις επιταγές ενός αφηρημένου Εγώ. Σύνδεση μεταξύ του «κομματικού πνεύματος» της συλλογικότητας και του ιερού δεν μπορεί να υπάρξει. Ανάμεσα στις δύο αυτές ασυμβίβαστες οντολογικές περιοχές χοροστατεί το μεταβλητό ενδιάμεσο στρώμα του προσώπου που νοηματοδοτεί τη δημοκρατία, το ατομικό δικαίωμα, την επιστήμη, τη φιλοσοφία και τις τέχνες.

Όπως πολύ σωστά παρατηρεί στο επίμετρο ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, το ιερό ενυπάρχει σε κάθε άνθρωπο, στην καρδιά του και δεν λαμβάνει θρησκειολογικά χαρακτηριστικά. Παρόλα αυτά, η αναφορά στον Θεό –υπονοώντας τον χριστιανικό Θεό– ως ποιότητα του ιερού και αγαθού φαίνεται προβληματική, καθώς εκείνος θεμελιώνεται στην έννοια του προσώπου με τη μορφή του Χριστού. Από την άλλη πλευρά, τόσο η συλλογικότητα όσο και το απρόσωπο είναι αφηρημένες έννοιες για τη Βέιλ και με βάση την καντιανή κατηγορική προσταγή, κάθε άνθρωπος έχει καθήκον να πράττει έτσι ώστε ο γνώμονας της πράξης του να γίνει με τη θέλησή του καθολικός νόμος της Φύσης. Η ιερότητα  του ανθρώπου λογίζεται πρωτίστως ως απουσία του κακού, ως επιθυμία του ατόμου να μην του κάνουν κακό. Ο πολεμικός λόγος της Βέιλ θέτει αναπόδραστα σε σύγκρουση την τελειότητα του ιερού, το υπερφυσικό καλό και την εμπειρία του μηδενός με την ανεπάρκεια του προσώπου και τη φαιδρότητα των κοινωνικών προνομίων. Η Βέιλ δεν διαπραγματεύεται και κατοικεί ανάμεσα στους ανυπότακτους που αξιώνει για τον εαυτό της ηθικές υποχρεώσεις προς τους άλλους και συμπορεύεται με τους δυστυχισμένους με προορισμό την ανωνυμία. Σύμφωνα με τη σκέψη της Γαλλίδας συγγραφέως, η απολυτότητα της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της ομορφιάς και του καλού βρίσκονται μεν σε κάθε άνθρωπο αλλά δεν δύνανται να πραγματωθούν στην επίγεια πραγματικότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο, ανάμεσα στην αλήθεια και τη ζωή, η Βέιλ επέλεξε την αλήθεια. Αναμφίβολα, οι σκέψεις της τοποθετούνται στη σφαίρα του ανεκπλήρωτου αλλά τα λόγια της ηχούν σαν εσωτερική φωνή που μας καλεί να επαγρυπνούμε, να μην επαναπαυόμαστε στα νομικά κατοχυρωμένα δικαιώματα και να αποδίδουμε ύψιστη προτεραιότητα στην αμεσότητα της αγάπης και της καλοσύνης.


Συγγραφέας: Simone Weil
Τίτλος πρωτοτύπου: La personne et le sacré
Τίτλος στην ελληνική έκδοση: Το πρόσωπο και το ιερό
Μετάφραση-επίμετρο: Σταύρος Ζουμπουλάκης
Μακέτα εξωφύλλου-συντονισμός έκδοσης: Μαρία Τσουμαχίδου
Διόρθωση: Κωνσταντίνα Σταματογιαννάκη
Σελιδοποίηση: Κωνσταντίνος Καπένης
Εκδόσεις: Πόλις (2018)
Σελίδες: 88