Διαβάσαμε το βιβλίο «Από ζάχαρη κι αλάτι» της Βανέσας Αδαμοπούλου [Εκδόσεις Ψυχογιός]

Γράφει ο Θοδωρής Μπόνης

Το δεύτερο μυθιστόρημα της συγγραφέως μετά το Αθώοι στον έρωτα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Στο βιβλίο της Αδαμοπούλου τον ρόλο του αφηγητή έχει ο Αντρέας, καθηγητής Φιλοσοφίας, ο οποίος εξιστορείται συμβάντα της παιδικής του ηλικίας που έμειναν χαραγμένα στη μνήμη και καθόρισαν τη μετέπειτα ζωή του. Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος γεννήθηκε το 1932 και διήνυσε τα παιδικά του χρόνια στην ηπειρωτική γη. Οι οικογενειακές σχέσεις ήταν κατά κύριο λόγο πατριαρχικές: Ο πατέρας, φειδωλός με τις λέξεις και αποτραβηγμένος από τον Αντρέα, ενώ η μητέρα του ακολουθούσε μειλίχια το μοτίβο της ηθικής της μέριμνας. Με την είσοδο της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την επιστράτευση του πατέρα, ο νεαρός Αντρέας καταφεύγει με τη μητέρα του στο «μάτι του θεού», όπως χαρακτήριζε την περιοχή όπου βρισκόταν το σπίτι της γιαγιάς του. Το σπίτι κατέληξε να φιλοξενεί συνολικά εννέα άτομα, μεταξύ των οποίων και τη νεαρή Αργυρώ. Τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα του Αντρέα για την κοπέλα, οι ανθρώπινες σχέσεις, η παντελής έλλειψη βιοτικών αγαθών, αλλά και ο ρόλος των δωσίλογων καταγράφονται νατουραλιστικά επί τη βάσει της ρήσης του Ζολά ότι «μια κοινωνία δεν είναι ισχυρή παρά μόνο όταν βγάζει την αλήθεια στο άπλετο φως του ήλιου».

Η ιστορία του επιδιώκει να επέχει θέση αλήθειας στο μυθιστόρημα: Δεν πρόκειται, αφενός, για μια στεγνή μεταφορά ιστορικών ντοκουμέντων, αλλά ούτε για σουρεαλιστικό αφήγημα. Η αλήθεια εδώ έχει ως σημείο αναφοράς την προσπάθεια κατανόησης των γεγονότων από την πλευρά του βασικού ήρωα. Ο τελευταίος στοχάζεται πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, τη βαρβαρότητα της εξουσίας και τις σημασιολογικές αποχρώσεις που αποδίδονται στον άνθρωπο από την πλευρά των Ελλήνων συγκριτικά με εκείνη των κατακτητών:

«Καμιά φορά, λέω, πώς αλλάζουν οι άνθρωποι! Πώς βγαίνουν απ’ τα καλούπια τους και ξεγυμνώνονται, πώς μετακινούνται από εκείνα που βάσταγαν λάβαρο, εκείνα που πάλεψαν να προασπίσουν, που έχυσαν αίμα αθώων να τα επιβάλουν, που έφεραν τον κόσμο ανάποδα να τα κατακτήσουν. Κι ύστερα, σαν να ξύπνησαν απ’ τον λήθαργο, τόσον καιρό υπνοβάτες, πέρασαν στην αντίπερα όχθη και γύρεψαν τη ζωή τους πίσω. Τόσο αίμα, τόσος πόνος, τόσο δάκρυ για μιαν ιδέα-φάντασμα, για μια προπαγάνδα-εφιάλτη, που μάτωσε τις παλάμες τους και μαύρισε την ψυχή τους».

Το τέλος του Πολέμου και το ξέσπασμα του ελληνικού εμφυλίου βρίσκει τον Αντρέα στην Αθήνα, για σπουδές στη Ρώμη και τέλος, στη Χαϊδελβέργη, όπου ακολουθεί ακαδημαϊκή καριέρα στον τομέα Φιλοσοφίας. Η εξιστόρηση, ωστόσο, πραγματοποιείται με λεξιλογική και εκφραστική απλότητα. Ο καθηγητής Αντρέας γίνεται εκ νέου Αντρίκος, απεκδύεται της επιστημονικής του ταυτότητας και αναμετριέται εκ νέου με το παρελθόν του. Μεταβαίνει σε έναν εξίσου χρονικό τόπο, ένα μέρος αναβίωσης και συνάντησης με το χρονικό πλαίσιο που τον καθόρισε. Εκεί βεβαιώνεται η συνύπαρξη της νοσταλγίας με την αποστροφή, της ζωτικότητας με την παραίτηση, του παρορμητισμού με την υπακοή, του έρωτα και με την απόρριψη. Όλα τα παραπάνω αντιθετικά σύμβολα συμπυκνώνονται στον τίτλο του βιβλίου «Από ζάχαρη και αλάτι», ο οποίος εγγράφεται στην εγελιανή διαλεκτική της σύνθεσης. Το αφηγηματικό εγχείρημα ενσωματώνει τόσο την περιγραφή όσο και την εξήγηση. Η ανάγκη, κατά συνέπεια, του πρωταγωνιστή να μεταδώσει τα βιώματά του σε έναν φανταστικό δέκτη αποκτά επιστημολογικό χαρακτήρα.

Η τιτλοφόρηση, ωστόσο, επιδέχεται και μία εναλλακτική ερμηνεία: τη διττή φύση του ανθρώπου. Οι εσωτερικές διαμάχες μεταξύ της ορθής σκέψης και της βουλητικής ενέργειας, της καλοσύνης και της αδικοπραγίας διαφαίνονται, έστω και σπερματικά, στην πλειονότητα των χαρακτήρων, αλλά εκφράζονται με ενάργεια από τα χείλη της Κούλας, της φίλης της γιαγιάς του Αντρέα: «Αντρίκο, είσαι μικρός ακόμα για να τα βάλεις με το μυαλό των ανθρώπων». Οι ανθρώπινες αδυναμίες υπολανθάνουν στις κρίσιμες περιόδους για το άτομο και την κοινωνία, όπως είναι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο ελληνικός εμφύλιος. Οι αναμνήσεις του αφηγητή από την αιματηρή δεκαετία του ’40 συνιστούν ένα δριμύ κατηγορητήριο εναντίον της πολεμικής συνθήκης, είτε αυτή ενεργοποιείται απέναντι σε έναν εξωτερικό εχθρό είτε με τον εσωτερικό διχασμό. Το πατριωτικό αίσθημα εκβάλλει περισσότερο από τις διαπροσωπικές σχέσεις και όχι τόσο από το αγωνιστικό ήθος ή τις κοινωνικές καταβολές. Η Ελλάδα, εν προκειμένω, προσωποποιείται και λαμβάνει τη μορφή της μητέρας του Αντρέα:

«Δε με κρατά τίποτα εδώ. Η Ελλάδα για μένα πέθανε μαζί με την Ελένη. Η μάνα μου ήταν η Ελλάδα κι η Ελλάδα η Ελένη”. Έτσι το ‘νιωθα, ο ομφάλιος λώρος κόπηκε, αποτραβήχτηκε βίαια από την κοιλιά μου».

H Βανέσα Αδαμοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία, μεθοδολογία και θεωρία της επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ασχολείται επαγγελματικά με το τραγούδι, έχει λάβει μέρος σε μουσικές παραστάσεις, παιδικά μιούζικαλ και μεταφράζει θεατρικά έργα. Διατηρεί blog για μαμάδες και από το 2009 ξεκίνησε να ασχολείται με τη συγγραφή. Το 2011 κυκλοφόρησε το βιβλίο με τίτλο Αθώοι στον Έρωτα, ενώ το Από ζάχαρη κι αλάτι είναι το δεύτερό της μυθιστόρημα.

Συγγραφέας: Βανέσα Αδαμοπούλου

Τίτλος: Από ζάχαρη κι αλάτι

Εκδόσεις: Ψυχογιός (2017)

Σελίδες: 347

Επιμέλεια-Διόρθωση κειμένου: Ράνια Μπουρμπουρή

Σύνθεση εξωφύλλου: Τζίνα Γεωργίου

Ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Ραλλού Ρουχωτά

Φωτογραφία εξωφύλλου: ©Mark Owen/Trevillion Images