Ελενα Μαρούτσου: «Η λογοτεχνία είναι μια γονιμοποιός ουσία»

Η Ελενα Μαρούτσου μιλά για το τελευταίο της βιβλίο «Χυδαίες Ορχιδέες» και την υποψηφιότητα για το κρατικό βραβείο νουβέλας – διηγήματος.

Το τελευταίο βιβλίο σας, «Οι Χυδαίες ορχιδέες», είναι υποψήφιο για το κρατικό βραβείο διηγήματος-νουβέλας. Τί είδους αισθήματα σας προκαλεί αυτό το γεγονός; Είναι μεγάλη μου τιμή που είμαι υποψήφια γι αυτό το βραβείο. Κάθε υποψηφιότητα ή βράβευση δίνει χαρά στους συγγραφείς, χωρίς αυτό να υποκρύπτει κάποια υπέρμετρη ματαιοδοξία, πιστεύω. Το παιδί μέσα μας έχει δικαίωμα να ευχαριστηθεί το χειροκρότημα αφότου απαγγείλει με αγωνία το ποίημα του στη σκηνή.

Ο τίτλος της συλλογής –η ορχιδέα ως σύμβολο του γυναικείου σώματος- είναι πολύ σημαντικός για το ύφος της και σχολιάζει το κεντρικό νήμα που συνδέει κάθε μία από τις μικρές ιστορίες: τη σημασία ενός διευρυμένου σύγχρονου γίγνεσθαι γυναίκα, τη δυσκολία και τη συνεχή προσπάθεια εύρεσης της γυναικείας επιθυμίας, του σώματος, της δράσης. Οι γυναίκες δυσκολεύονται να σπάσουν τους φόβους τους και ίσως «θα έπρεπε να είναι οργανωμένες σε ομάδες» όπως αναφέρει η δυναμική Γιώτα σε ένα από τα διηγήματα; Πώς βλέπετε το γυναικείο ζήτημα σήμερα; Έχετε δίκιο που εντοπίζετε στον τίτλο το νήμα που συνδέει τις ιστορίες. Το νήμα είναι πράγματι η σεξουαλικότητα και δη η γυναικεία (το άνθος ως σύμβολο του γυναικείου φύλου) αλλά συγχρόνως θέτει κι ένα ερώτημα σε σχέση με τη «χυδαιότητα» της σεξουαλικότητας, στον τρόπο που βιώνεται ή αποτυπώνεται στη λογοτεχνία. Γράφοντας αυτό το βιβλίο θέλω να πιστεύω πως προκύπτουν ερωτήματα και σκέψεις όχι μόνο για την γυναικεία επιθυμία αλλά και για την αντίστοιχη αντρική και πώς αυτές συναντιούνται ή αλληλοκαθορίζονται μια που το «γυναικείο» ζήτημα δεν μπορεί να νοηθεί ξέχωρα από το «ανδρικό».

Ωστόσο, για τον νεαρό κηπουρό Φιλ, η ορχιδέα είναι ένα σύμβολο ερμαφροδιτισμού και ένωσης, μια ευαίσθητη σωματική πρόσκληση. Εξάλλου σώμα και αυτογνωσία είναι έννοιες συνδεδεμένες στη συλλογή. Μήπως χυδαίος και άρα ανησυχητικός ή προκλητικός είναι κάθε φορέας ερωτισμού και ενσώματης συνειδητοποίησης γιατί οδηγεί σε μια τρομακτική αυτογνωσία; Πολύ εύστοχη παρατήρηση. Ο νεαρός κηπουρός Φιλ αποτελεί το σύγχρονο λογοτεχνικό αντίστοιχο του Εραστή της Λαίδης Τσάτερλυ, οπότε στο εν λόγω διήγημα της συλλογής παίζει καίριο ρόλο ο ερωτισμός ως δρόμος που σε οδηγεί στα βαθύτερα και συχνά πιο σκοτεινά κομμάτια του εαυτού σου. Άλλωστε και στο μυθιστόρημα του Ντ. Χ. Λώρενς, η λαίδη Τσάτερλυ μέσω του έρωτά της (έναν έρωτα που βιώθηκε με την πλέον ακραία, για τις κρατούσες τότε αντιλήψεις, σωματική του διάσταση) κατάφερε οδηγηθεί στην αυτογνωσία και την αυτοπραγμάτωση, συγκρουόμενη με τις οικογενειακές, κοινωνικές και ταξικές επιταγές της εποχής της.

Αν το σώμα και η ζωή που κρύβει είναι το ένα σκέλος της συλλογής το άλλο είναι σίγουρα το μητρικό σώμα και η σχέση μητέρας και κόρης, ένα θέμα μη πραγματεύσιμο σε μεγάλο βαθμό από τη λογοτεχνία. Ποια είναι η σχέση αυτών των δύο σωμάτων για εσάς; Μπορούμε να ξεφύγουμε από τα λάθη του μητρικού ή και του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος; Η σχέση μητέρας-κόρης δεσπόζει πράγματι στη συλλογή και αποτελεί έναν από τους πλέον εμμονικούς λογοτεχνικούς μου προβληματισμούς: κατά πόσον δηλαδή είμαστε ελεύθεροι στην πράξη ή καθοριζόμαστε από την ιστορία, τις επιλογές ή τα «λάθη», όπως το θέτετε, του οικογενειακού μας περιβάλλοντος και ειδικότερα της μητέρας, εφόσον αυτή είναι η πιο βαθιά σφραγίδα που τυπώνεται πάνω μας. Το ερώτημα κατά πόσον «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα» είναι κυρίαρχο στις Χυδαίες ορχιδέες και μοιάζουν πράγματι όλες οι επίγονοι της Λαίδης Τσάτερλυ (μια που εμφανίζονται η κόρη, η εγγονή κι η δισέγγονή της σε κάποια από τα διηγήματα της συλλογής) να είναι δέσμιες αυτών των γονικών «αμαρτιών» ή «τραυμάτων» – με μόνη ίσως εξαίρεση την δισέγγονη, η οποία μέσω της τέχνης καταφέρνει να αποτινάξει από πάνω της αυτό το βάρος και να απελευθερωθεί.

Οι ιστορίες της συλλογής είναι αλληλένδετες: ήρωες επανεμφανίζονται σε άλλα διηγήματα κλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη. Αποτέλεσε συνειδητή επιλογή ή ένα παράπλευρο γοητευτικό τρικ; Όταν ξεκίνησα να γράφω τα διηγήματα της συλλογής δεν είχα αποφασίσει να τα συνδέσω έστω και χαλαρά στη συνέχεια. Αυτή η σύνδεση ήταν κάτι που προέκυψε στην πορεία με τον χαρακτήρα μάλιστα της επιτακτικότητας, καθώς πιστεύω πως ένα δημιούργημα αποκαλύπτει σιγά σιγά τους νόμους και τη δομή του ακόμα και στον ίδιο τον δημιουργό του. Καθώς μάλιστα ένα από τα κεντρικά θέματα εδώ είναι η υπό κατασκευήν ταυτότητα, είναι ενδιαφέρον, πιστεύω, πως ως ύστατη συνέπεια το βιβλίο θέτει το ερώτημα της δικής του ταυτότητας, αν πρόκειται δηλαδή για διηγήματα ή μυθιστόρημα.

Επιπλέον, οι περισσότεροι εξαρτώνται λίγο έως πολύ από αντικείμενα (τροφή, μαλλιά, περούκες, βιβλία, μηχανές) θυμίζοντας μας τη σύγχρονη τέχνη και τον προφητικό τρόπο με τον οποίο προέβαλλε το αντικείμενο ως φορέα επικοινωνίας. Για εσάς που έχετε σπουδάσει Λογοτεχνία και Εικαστικές Τέχνες, η τέχνη και ο τρόπος που βλέπει την κοινωνία αποτελεί έμπνευση για το λογοτεχνικό παράδειγμα; Η αλήθεια είναι πως η ενασχόλησή μου με τα εικαστικά προηγήθηκε της συγγραφικής μου δραστηριότητας, μολονότι πολύ σύντομα υπερνίκησε η δεύτερη. Ωστόσο το ενδιαφέρον μου για την τέχνη πράγματι αποτυπώνεται τόσο στις Χυδαίες Ορχιδέες όσο και στο μυθιστόρημά μου Μεταξύ συρμού και αποβάθρας (εκδ. Καστανιώτης, 2008) όπου η πλοκή συνυφαίνεται με 52 πίνακες του Μαγκρίτ. Στην πραγματικότητα αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο από έναν τρόπο να εντάξω τις εικαστικές τέχνες στη λογοτεχνία ή να δω τη λογοτεχνία με μια «εικαστική» ματιά, είναι να ανιχνεύσω πώς τόσο η λογοτεχνία όσο και η Τέχνη γενικότερα, ως καθρέφτης της πραγματικότητας διαμορφώνει την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και τα πράγματα, η οποία με τη σειρά της επεμβαίνει και μπορεί να αλλάξει την ίδια την πραγματικότητα. Πεποίθησή μου εν ολίγοις είναι πως τα δημιουργήματα της τέχνης είναι φτιαγμένα από τα ίδια υλικά που είναι κι η πραγματική ζωή κι εκεί έγκειται η δύναμή τους πάνω μας.

Εκτός φυσικά από το εικαστικό διακείμενο, το ίδιο το λογοτεχνικό είναι εκείνο που ορίζει την μοίρα των ηρώων στη συλλογή. Όλα εξάλλου ξεκινούν από την παραδοχή ότι η Λαίδη Τσάτερλυ υπήρξε στην πραγματικότητα. Η λογοτεχνία είναι, λοιπόν, ένας ζωντανός οργανισμός; Πράγματι, το πρώτο και ομώνυμο διήγημα της συλλογής ξεκινά με την υπόθεση πως η Λαίδη Τσάτερλυ υπήρξε. Και μάλιστα συνέχισε να υπάρχει και μετά το τέλος του μυθιστορήματος του Λώρενς όπου την είχαμε δει να εγκαταλείπει το σύζυγό της, έγκυος στο παιδί του κηπουρού. Στο δικό μου διήγημα ξεκινώ από την υπόθεση ότι γέννησε ένα κορίτσι κι αυτό το κορίτσι έκανε μετά μια κόρη, μια από τις πρωταγωνίστριες των Χυδαίων ορχιδέων. Μου αρέσει η ιδέα πως μια ιστορία μπορεί να γονιμοποιήσει μια άλλη, η οποία θα κυοφορηθεί στη φαντασία του κάθε λογοτέχνη μέχρι να γεννηθεί και να φτάσει στα χέρια του αναγνώστη. Το κάθε βιβλίο είναι ένας ζωντανός οργανισμός, όπως το είπατε, κι η λογοτεχνία μια γονιμοποιός ουσία.

Κλείνοντας, που βρίσκεται η δημιουργία για εσάς, σήμερα; Σήμερα περιμένω να βγει στο φως το νέο μου βιβλίο το οποίο θα περιέχει, εκτός των άλλων, 25 φωτογραφίες της Αμερικανίδας φωτογράφου Ντιάν Άρμπους, την προσπάθεια μιας κόρης να γνωρίσει τη μητέρα της μετά τον ξαφνικό θάνατο της δεύτερης, τον έρωτα της πρωταγωνίστριας για έναν άντρα που αργεί και για μια γυναίκα που έρχεται στην ώρα της, δύο παραμύθια, μια αιματηρή απεργία μεταλλωρύχων στη Σέριφο στις αρχές του αιώνα και μια σειρά από επιστολές αγνώστου αποστολέα. Σε αυτό μυθιστόρημα, δεύτερη φωνή κάνει η συγγραφέας Ούρσουλα Φωσκόλου.