Γιάννης Σκαραγκάς «Είμαι πιο πιστός στην Ελλάδα, όταν πρέπει να την υπερασπιστώ με το μυαλό και τη φαντασία μου, όχι με την καρδιά μου.»

Συνέντευξη στο Λάζαρο Αντωνιάδη ([email protected])

O Γιάννης Σκαραγκάς μιλά για το τελευταίο του βιβλίο, την κυρά της Ρω, τη ζωή στο εξωτερικό και την Ελλάδα.

Στο τελευταίο σας βιβλίο πραγματεύεστε μια δύσκολη ιστορία. Αυτή της Δέσποινας Αχλαδιώτη. Μια γυναίκα που αντιστάθηκε σε νόρμες και ύψωσε το ανάστημα δηλώνοντας μέχρι το τέλος της ζωής της Ελληνίδα. Ήταν ένα ευαίσθητο στοίχημα, με την έννοια ότι σε αυτές τις περιπτώσεις βρίσκεσαι αντιμέτωπος με προσδοκίες, φαντασιώσεις και προκαταλήψεις. Ήξερα όμως ότι έχω μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία να πω και χρειαζόμουν την ασκητική φυσιογνωμία μιας τέτοιας γυναίκας για να την αφηγηθεί.

Ποιο ήταν το κριτήριο της επιλογής σας; Πιστεύετε πως η ηρωίδα αυτή είναι ένα σύμβολο της δικής μας σημερινής καθημερινότητας; Πρόκειται για ένα σχεδόν μυθικό σύμβολο. Ο απομονωμένος άνθρωπος που δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να αλλάξει την ιστορία, αλλά αντί να παραιτηθεί, επενδύει νόημα στη σχέση του με τις λεπτομέρειες της ζωής. Το βρήκα εξαιρετικά επίκαιρο, έχοντας κατά νου τη σκληρή και βίαιη πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης. Με αυτό το αίσθημα της ανημπόριας καταπιάστηκε το κείμενο. Με τον ηρωισμό να προσπαθείς να βρίσκεις νόημα σε μια εποχή που σε έχει για πέταμα.

Όλο και επιστρατευόμαστε τα τελευταία χρόνια σε θέματα ιστορικά. Μήπως είναι ένας καλός τρόπος να δούμε ξανά την ιστορία; Με μια άλλη ματιά; Μήπως η ιστορία έχει τρόπον τινά κενά που είχαν στόχο να γεφυρώσουν τις καταστάσεις; Η ιστορία ήταν πάντα για μένα ένα αγαπημένο πεδίο δημιουργικότητας. Πιστεύω στον τρόπο που ξαναδιαβάζουμε την παρελθόν. Το δικό μου κίνητρο δεν περιλαμβάνει ούτε την ακαδημαϊκή τεκμηρίωση ούτε την πολιτική ορθότητα. Με ενδιαφέρει η ιστορία σαν επένδυση στο ευγενέστερο κομμάτι ενός πολιτισμού που έχει αποδείξει ότι είναι ικανός για τα χειρότερα.

Δεν είναι όμως και η πρώτη σας συνεργασία με τη Φωτεινή Μπαξεβάνη. Μετράει μάλιστα πολλά χρόνια. Αν δεν κάνω λάθος πρωτοδουλέψατε μαζί στην τηλεοπτική σας σειρά «Επιφάνεια». Με την Μπαξεβάνη γνωριζόμαστε από πιτσιρίκια. Πέρα από τη βαθιά αμοιβαία εκτίμηση που ανανεώνει τη σχέση μας, ταιριάζουμε εξαιρετικά ως συνεργάτες. Δεν έχει να κάνει μόνο με συναισθήματα και θαυμασμό ή με ιδέες και απόψεις. Κάθε φορά που ο ένας φαντάζεται κάτι, ο άλλος το πραγματοποιεί με ακρίβεια. Αυτό είναι ένα ασύλληπτο προνόμιο στη δουλειά μας.

Πως είναι η ζωή ενός βραβευμένου συγγραφέα να ζει στο εξωτερικό, αλλά ν’ αναπνέει και το καλλιτεχνικό οξυγόνο της πατρίδας του; Σε κάνει σίγουρα πιο σεμνό αλλά και πολύ πιο σίγουρο. Ορισμένες φορές είναι γοητευτική, και άλλες η πίεση δεν σε αφήνει να απολαύσεις τίποτα. Κρίνεσαι και αξιολογείσαι αδιάκοπα από επιτροπές, ατζέντηδες, επιμελητές και μια σειρά από επαγγελματίες που πάντα ψάχνουν για μια καλή δουλειά, και αν δεν την έχεις θα προχωρήσουν στον επόμενο.

Τι σημαίνει να γράφετε και να μιλάτε στο εξωτερικό για την Ελλάδα; Προϋποθέτει μεγάλη ψυχραιμία και αυτοκριτική. Τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης ήταν αδιανόητο το πόσο συχνά είχα να αντιμετωπίσω ανούσια στερεότυπα σε βάρος της Ελλάδας. Μια μεγάλη αλλαγή, για μένα, ήρθε όταν το αμερικάνικο περιοδικό World Literature Today επέλεξε κάποιους συγγραφείς διεθνώς για μια σειρά που ήθελε να εγκαινιάσει σχετικά με τη λογοτεχνία της Κρίσης σε όλο τον κόσμο. Είμαι πιο πιστός στην Ελλάδα όταν πρέπει να την υπερασπιστώ με το μυαλό και τη φαντασία μου, όχι με την καρδιά μου.

Η μόνιμη επιστροφή σάς αφορά; Έχω χάσει το αίσθημα του προορισμού και της επιστροφής τα τελευταία χρόνια. Έχω αποδεχτεί ότι βρίσκομαι σε μια διαρκή περιοδεία, ότι έχω ιδιωτικά κομμάτια ζωής σε διάφορετικές χώρες. Πάντα όμως επιστρέφω και στην Αθήνα και στην ιδιαίτερη πατρίδα μου τη Θεσσαλονίκη. Τον Νοέμβριο μάλιστα αναλαμβάνω ένα από τα τμήματα δημιουργικής γραφής στο βιβλιοπωλείο Ιανός. Πέρα από την εκτίμηση που έχω για τον Δημήτρη Θάνα που μου το πρότεινε, ένας από τους λόγους ήταν καθαρά συναισθηματικός κι έχει να κάνει με την αγάπη μου για την πόλη.

Ποια μεγάλη διαφορά έχετε εντοπίσει στις θεατρικές σκηνές του εξωτερικού σε σχέση με τις ελληνικές; Υπάρχουν παντού οι καλοί συνεργάτες και οι λιγότερο καλοί—και αναφέρομαι σε όλα τα επίπεδα μιας παραγωγής. Αν υπάρχει κάποια ουσιαστική διαφορά θα την εντόπιζα ανάμεσα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Στην Ευρώπη η οπτική του σκηνοθέτη είναι πρωταρχικής σημασίας. Στις ΗΠΑ η διαδικασία στηρίζεται πολύ στην προετοιμασία του ίδιου του κειμένου με τους υπεύθυνους δραματουργικής επεξεργασίας που ορίζονται από τον παραγωγό.

Πιστεύετε στους καλούς συνεργάτες; Όταν είδα τη δουλειά που έκανε με την Κυρά της Ρω η Κατερίνα Μπερδέκα, ένιωσα έκπληξη. Τόσο σημαντικός είναι ο καλός συνεργάτης. Το κείμενο έπρεπε να παραδοθεί την περίοδο που ζούσα ακόμα στην Ελβετία, και η επικοινωνία μας βασιζόταν σε τηλεφωνήματα και μηνύματα. Το αποτέλεσμα που είδα στο τέλος ξεπερνούσε τις προσδοκίες μου. Ο καλός συνεργάτης είναι η υπογραφή και η γέφυρά σου με τον κόσμο.

Ποιος είναι ο καλός εκδότης; Αυτός που δεν πρόκειται να αφήσεις ακόμα και αν σου προσφέρουν τους πιο συγκλονιστικούς όρους. Μόνο προσωπικά μπορώ να απαντήσω, και έχοντας εμπειρία από κάποιους εκδότες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Για αυτό άλλωστε θεωρώ και τον εαυτό μου τυχερό που εκπροσωπούμαι από τις εκδόσεις Κριτική. Σε ένα δείπνο που είχα πρόσφατα με τη Φιόνα Μακ Ρέι των εκδόσεων Greywolf στις ΗΠΑ, βρήκα αφοπλιστικό τον τρόπο με τον οποίο έλεγε ότι επιλέγει τα βιβλία τους. Ο καλός εκδότης είναι ένας συνδυασμός γνώσης, αισθητικής, λογικής και καρδιάς.

Τα επόμενα σχέδια συνεχίζουν να δρουν και στο ελληνικό τοπίο; Στην Ελλάδα θα κυκλοφορήσει στα τέλη του χειμώνα το καινούριο μου ιστορικό μυθιστόρημα, και τον Απρίλιο θα ανέβει το νέο μου θεατρικό. Τον Δεκέμβριο του 2017 κάνει πρεμιέρα στη Ζυρίχη ένα άλλο κείμενό μου, και βέβαια προγραμματίζεται ήδη η περιοδεία.


Το βιβλίο «Η Κυρά της Ρω» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κριτική. Το θεατρικό έργο σε σκηνοθεσία Κατερίνας Μπερδέκα με τη Φωτεινή Μπαξεβάνη ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη την Τετάρτη 15 Νοεμβρίου στο θέατρο Εγνατία.