Διαβάσαμε | «Ο επίτροπος» του Αντονυ Τρόλοπ [Εκδόσεις Gutenberg, 2017]

Γράφει ο Θοδωρής Μπόνης

Στα 67 χρόνια της ζωής του, αυτός ο άξιος εκπρόσωπος της βικτωριανής εποχής, συνέγραψε συνολικά 47 μυθιστορήματα, άρθρα, ταξιδιωτικά βιβλία, θεατρικά έργα και πολλά διηγήματα. Τέκνο μιας εύπορης αγγλικής οικογένειας, ο Τρόλοπ γεννήθηκε το 1815 στο Λονδίνο. Όταν ήταν ακόμα σε νεαρή ηλικία, οι γονείς αντιμετώπισαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα με αποτέλεσμα εκείνος να αναγκαστεί αργότερα να μετακομίσει στην Ιρλανδία και να εργαστεί σε ταχυδρομεία. Τα οικονομικά του βελτιώθηκαν αισθητά και ο ίδιος αποφασίζει να αφήσει την Ιρλανδία οκτώ χρόνια πριν από τη συνταξιοδότησή του προκειμένου να επιστρέψει στο Λονδίνο.  Εκεί αναπτύσσει επαφές με έναν ευρύ κύκλο συγγραφέων και καλλιτεχνών ενώ, παράλληλα, συνεχίζει να καταπιάνεται με τη συγγραφή με αμείωτους ρυθμούς. Όπως αναφέρει στην αυτοβιογραφία του, η πιο δύσκολη περίοδος της ώριμης ζωής του ήταν όταν αποφάσισε να δηλώσει υποψηφιότητα για να εκλεγεί στη Βουλή των Κοινοτήτων με το Φιλελεύθερο Κόμμα. Παρόλα αυτά, το εγχείρημά του αυτό στέφθηκε από αποτυχία.

Ο ίδιος, βέβαια, διακατεχόταν από κοινωνικούς προβληματισμούς και ενδιαφερόταν να μελετά τόσο τα ήθη όσο και τις διάφορες μορφές εξουσίας της εποχής. Σε ηλικία περίπου σαράντα ετών, ξεκινάει τη συγγραφή του «Επιτρόπου» (The Warden) που έμελλε να είναι το πρώτο από τα έξι συνολικά «Χρονικά του Μπάρτσεστερ».  Ο συγγραφέας προσφέρει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε χαρακτήρες που ανήκουν στον αγγλικό κλήρο. Δεν πραγματεύεται, εντούτοις, ζητήματα θεολογικού περιεχομένου, όπως η θρησκευτική πίστη και η προσευχή, αλλά εστιάζει στις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των κληρικών. Το βιβλίο δεν επιχειρεί να συγκριθεί σε πληθωρικότητα αλλά έργα της βικτωριανής εποχής. Τα πρόσωπα του έργου είναι λίγα σε αριθμό και η ονοματοδοσία τους, ως επί το πλείστον, γίνεται προκειμένου να διαφανούν, με σατιρικό ή καυστικό τρόπο, οι διαφορές στον χαρακτήρα τους. Ο φέρων τον τίτλο του έργου είναι ο αιδεσιμότατος Σέπτιμους Χάρντινγκ (Harding, με τη σημασία του υπομονετικού). Η κύρια πλοκή του βιβλίου κινείται γύρω από μία διαθήκη που άφησε τον 15ο αιώνα κάποιος Τζον Χάιραμ. Ο τελευταίος ήταν ιδιοκτήτης αγροτεμαχίων και έδωσε εντολή να χτιστεί ένα γηροκομείο για άπορους καθώς και ένα οίκημα για τον επίτροπο. Όρισε, μάλιστα, το ποσό που είχε λαμβάνειν ο επίτροπος και το επίδομα των τροφίμων. Ο Χάρντινγκ είχε αναλάβει χρέη επιτρόπου στο γηροκομείο και πρωτοψάλτης στον καθεδρικό ναό.

Το εισόδημα του Χάρντινγκ θεωρήθηκε υπερβολικά υψηλό από κάποιον μεταρρυθμιστή που ονομαζόταν Τζον Μπολντ (Bold, με σημασία του παράτολμου ανθρώπου). Παρά τα αισθήματα που έτρεφε για την κόρη του Χάρντινγκ, ο Μπολντ αποφάσισε να διερευνήσει νομικά το ζήτημα. Πολύ σύντομα, ο αγγλικός Τύπος καταδίκαζε τις υψηλές απολαβές του επιτρόπου και ζητούσε να μοιραστούν στους τροφίμους του γηροκομείου. Στο πλευρό του Χάρντινγκ στάθηκε ο δόκτωρ Θεόφιλος Γκράντλι (Grandly, φιλόδοξος). Ο Γκράντλι ήταν ένας συντηρητικός και αντιμεταρρυθμιστής αιδεσιμότατος, γιος του επισκόπου και αρχιδιάκονος του Μπάρτσεστερ. Παρά τη μετέπειτα παραίτηση του Μπολντ από την υπόθεση, ο Χάρντινγκ εξακολουθεί να υφίσταται το βάρος αυτής της ανισότητας. Αμφισβητεί ανοιχτά το γεγονός πως ό,τι είναι νόμιμο, είναι και ηθικό διατρανώνοντας ενώπιον του διάσημου δικηγόρου Χαπχάζαρντ την αδιαφορία του να αποδείξει το δίκιο του. Το forum internum αποσκοπεί σε μια ευδαιμονία αριστοτελικής υφής και για τον λόγο αυτόν, η συνέπειά του απέναντι στους τροφίμους είναι άνευ διαπραγμάτευσης.

Ο συγγραφέας σκιαγραφεί τρεις διαφορετικούς μεταξύ τους χαρακτήρες· οι αποκλίσεις μειώνονται όταν καλούνται να απαντήσουν σε ηθικά διλήμματα που είτε έχουν συνέπειες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις είτε στον κοινωνικό περίγυρο. Η γραφή του Τρόλοπ είναι ρεαλιστική και η αφήγηση είναι γραμμική. Προβληματική θα πρέπει να θεωρηθεί η επιλογή του συγγραφέα να τοποθετήσει στο όγδοο κεφάλαιο τον αφηγητή ως έχοντα προσωπική επαφή με πρόσωπα της ιστορίας (π.χ. Ο Χένρι καβγάδισε κάποτε μαζί μου) ενώ στο πρώτο κεφάλαιο είναι εκείνος που κάνει υπαινιγμό για την αληθινή ύπαρξη του Μπάρτσεστερ (ας την ονομάσουμε εδώ Μπάρτσεστερ). Ο αφηγητής απευθύνεται σε φιλικό ύφος προς τους αναγνώστες και προοικονομεί τα επακόλουθα σε μία προσπάθεια να κεντρίσει το ενδιαφέρον τους και να μετριάσει την αναγγελία των αναμενόμενων εξελίξεων. Η πλοκή εδώ μπαίνει σε δεύτερο φόντο: Αυτό που ενδιαφέρει τον δημιουργό του είναι τα ίδια τα πρόσωπα, οι σκέψεις, οι ανησυχίες τους, ο φόβος της έκθεσης και της κοινωνικής κατακραυγής, ο φόβος της απόρριψης, η διατήρηση του κοινωνικού status και η υπερηφάνεια. Η έκθεση του κάθε ζητήματος πραγματοποιείται με κάθε δυνατή λεπτομέρεια προσφέροντας στον αναγνώστη την απαραίτητη ευκρίνεια προς αποτίμηση των επιλογών των προσώπων.

Οι αισθητικές απολήξεις των περιγραφών αποκαλύπτουν την ισχυρή πεποίθηση του Τρόλοπ περί της διττής φύσης του ανθρώπου. Η σύγκρουση μεταξύ των ευγενών προθέσεων όλων των μέρων και των φυγόκεντρων δυνάμεων που απαντούν στα ατομικά κίνητρα τοποθετείται σε κάθε ήρωα του βιβλίου. Οι ηθικές ανησυχίες του Τρόλοπ επεκτείνονταν και σε ζητήματα πολιτικής ηθικής όπως ο προκλητικός παρεμβατισμός των εφημερίδων στις πολιτικές εξελίξεις αλλά και το νομοσχέδιο «Περί της επιτηρήσεως των γυναικείων μονών», σύμφωνα με το οποίο οι άνω των πενήντα ετών κληρικοί μοναχοί είχαν το δικαίωμα να ερευνούν περιπτώσεις θρησκευτικής απάτης από καθολικές μοναχές.

Πρόκειται για ένα βιβλίο, που, παρά τη φαινομενική του απλότητα σε επίπεδο έκφρασης και πλοκής, εγείρει μείζονα και διαχρονικά ηθικο-πολιτικά ζητήματα. Τα κοινωνικά ήθη της εποχής εξετάζονται εξονυχιστικά και, συνελόντι ειπείν, προλειαίνεται το έδαφος για τον στοχασμό πάνω στην ατελή ανθρώπινη φύση. Προβάλλεται, αφετέρου, η δύναμη της συνείδησης που παραμερίζει τη γνώμη του περιγύρου και επιβεβαιώνει εκ νέου ότι δεν επιδέχεται ποσοτικές εκτιμήσεις.


Συγγραφέας: Anthony Trollop
Τίτλος πρωτοτύπου: The Warden (1855)
Τίτλος στην ελληνική γλώσσα: Ο επίτροπος
Μετάφραση: Σάντυ Παπαϊωάννου
Εισαγωγή: David Skilton
Εκδόσεις: Gutenberg (2017)
Σελίδες: 336
Εξώφυλλο: Alphonse Legros, Πρόβα λειτουργίας (Rehearsing the Service, 1870)