Διαβάσαμε | «Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου;» του Joann Sfar, Εκδόσεις Πόλις

Γράφει η Εύα Κουκή

Δεν ξέρω εάν το όνομα Ζοάν Σφαρ λέει πολλά στην Ελλάδα, στη Γαλλία όμως (και όχι μόνο) ο Ζοάν Σφαρ είναι ένας διάσημος καλλιτέχνης της 9ης Τέχνης. Είναι σχεδιαστής κόμικς, συγγραφέας και σκηνοθέτης. Μάλιστα, είναι από τους πρωτοπόρους του «νέου κύματος» στον χώρο των κόμικς μαζί με τους Κριστόφ Μπλεν, Λούις Τρόντχάϊμ και Εμανουέλ Γκιμπέρ. Έχει δημιουργήσει 150 κόμικς, μερικά comic novels και ταινίες κινουμένων σχεδίων.

«Το παρόν πόνημα», μας εξηγεί ο Σφαρ, «αφηγείται τον πιο συνηθισμένο αγώνα που υπάρχει: να επιβιώσεις του γεννήτορός σου και να αντιληφθείς, με φρίκη καμιά φορά, ότι του μοιάζεις».  Αυτά τα λόγια, νομίζω, αποτυπώνουν στο ακέραιο το συγγραφικό αυτό εγχείρημα το Σφαρ. «Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου» τώρα που δεν υπάρχει πια στη ζωή; Στο βιβλίο αυτό ο Ζοάν Σφαρ εξομολογείται τις σκέψεις του και προσπαθεί να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα της ζωής του μετά τον θάνατο του πατέρα του. Η απώλεια αυτή είναι από μόνη της ένα συμβάν που πρέπει ο ίδιος να διαχειριστεί. Λειτουργεί, ωστόσο, ταυτόχρονα και ως εφαλτήριο για να γυρίσει ο ίδιος πίσω στις παιδικές του αναμνήσεις αλλά και σε περιόδους της ενήλικης ζωής του και να πιάσει το νήμα σχεδόν απ’ την αρχή, ώστε να οδηγηθεί στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του έτσι όπως αυτή είναι σχηματισμένη σήμερα.

Η μητέρα του πέθανε όταν εκείνος ήταν μόλις τρεισήμισι ετών.  Συνεπώς δεν έχει πολλά να θυμάται από εκείνη. Ο θάνατός της, όμως, τον σημάδεψε. Μετά από αυτόν γεννήθηκε η «ιδιαιτερότητά του», όπως σημειώνει. Το γεγονός αυτό τον έκανε ιδιαίτερο στα μάτια των άλλων. Επιπλέον, δε θα σχεδίαζε ποτέ αν η μητέρα του δεν είχε πεθάνει. Όταν ήταν μικρός του άρεσε πολύ που ήταν ορφανός από μητέρα, γιατί το γεγονός αυτό τον ανάγκασε από πολύ νωρίς να αντιμετωπίσει τον κόσμο. Αντιθέτως, ο θάνατος του πατέρα του τον έκανε έναν «συνηθισμένο άνθρωπο». Ο ίδιος γράφει κάπου: «Η μητέρα μου πέθανε στο βουνό: ακούγεται πιο ωραίο. Πρέπει να προσπαθήσω να παραμείνω πιο πολύ ορφανός από μητέρα παρά από πατέρα».

Η σχέση του Ζοάν Σφαρ με τον πατέρα του ήταν ιδιαίτερη. Τον καμάρωνε και τον φοβόταν ταυτόχρονα. Ζητούσε την επιβεβαίωσή του και συγχρόνως ασφυκτιούσε μέσα στις κρίσεις και τις προτιμήσεις που είχε ο πατέρα του γι’ αυτόν. Τον θαύμαζε μα ταυτοχρόνως έτρεμε μη του μοιάσει, μην πάρει τις συνήθειες και τα χούγια του. Και η αλήθεια είναι ότι ο πατέρας του Ζοάν Σφαρ ήταν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα. Ήταν ένας δικηγόρος που στα νιάτα του έπαιζε πιάνο σε μπουρδέλα, έζησε στην Αλγερία από όπου έφυγε το 1957 καθώς εκεί τον κυνήγησαν Γάλλοι ακροδεξιοί και εδραιώθηκε στη δικηγορία στέλνοντας στη φυλακή νεοναζί. Ήταν νταής και δεν το είχε σε τίποτε να πλακωθεί με κάποιον, αντιθέτως προκαλούσε τον φόβο στους άλλους όποτε το ήθελε. Ο θάνατος της γυναίκας του ήταν ένα γεγονός που το επηρέασε και τον άλλαξε πολύ, σημειώνει ο Σφαρ. Τότε ήταν που άφησε τη μουσική και προσηλώθηκε στη θρησκεία, μετά τον θάνατο της γυναίκας του έγινε ένας πιστός Εβραίος (πράγματι, η εβραϊκή κληρονομιά, με όσα του αρέσουν και με όσα δεν του αρέσουν σε αυτή, διαπνέει το έργο του Σφαρ) . Και τότε ήταν που, κατά τον Ζοάν Σφαρ, απλώθηκε η θλίψη στην παιδική του ηλικία.

Αυτό που εξομολογείται ο συγγραφέας στο βιβλίο του είναι πως πάντα φοβόταν τον πατέρα του περισσότερο απ’ όσο έπρεπε. Και πλέον, μετά τον θάνατό του, μετανιώνει γι’ αυτό: «Είμαι ένας παλιομαλάκας. Έφαγα τη ζωή μου πιστεύοντας ότι είχα έναν πατέρα σκληρό. Ενώ εγώ είμαι αυτός που τον φοβόταν υπερβολικά. Όλες τις φορές που του μίλησα, κι αυτό προτού καν δημοσιεύσω κάποιο βιβλίο, ο πατέρας μου μού έδωσε την ευχή του και μου είπε πόσο περήφανος ήταν για μένα». Και κάπου αλλού: «Δεν σου αξίζει που ακόμα και σήμερα σε φοβάμαι τόσο. Ήσουν και οι δυο μου γονείς».

Το «Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου;» είναι ένα βιβλίο-εξομολόγηση του Ζοάν Σφαρ, το οποίο λειτουργεί σίγουρα λυτρωτικά για τον ίδιο. Σε κάποιο σημείο γράφει: «Εγώ, για να είμαι ειλικρινής, έχω μέσα μου έναν θυμό, αλλά δεν ξέρω εναντίον τίνος». Και μερικές σειρές παρακάτω: «Γράφω αυτό το βιβλίο για να μην έχω μέσα μου θυμό για κανέναν». Μέσα από αυτό το βιβλίο, λοιπόν, προσπαθεί να διαχειριστεί τα συναισθήματά του. Προσπαθεί να διαχειριστεί το πένθος και τη θλίψη του. (Ανά)βιώνει μια σχέση ζωής –τη σημαντικότερη της ζωής του ίσως– για να έρθει σε επαφή με τον εαυτό του και την ταυτότητά του, για να συνειδητοποιήσει πώς διαμορφώθηκε ως προσωπικότητα. Ο τρόπος γραφής είναι συνειρμικός, η αφήγηση ρέει ανάλαφρα, καθώς έχει μέσα της το στοιχείο της προφορικότητας. Η μετάφραση της Ρούλας Γεωργακοπούλου αποδίδει συγκροτημένα και συνεκτικά το ύφος του Σφαρ και μας εισάγει επιτυχώς σε μια ροή-κράμα θλίψης και χιούμορ, γέλιου και συγκίνησης. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το ότι μέσα στην πραγμάτευση του όλου ζητήματος από τον Ζοάν Σφαρ το αστείο και η συγκίνηση συνυπάρχουν και είναι μοιρασμένα ισόποσα. Αυτό ακριβώς το γεγονός καταδεικνύει και την αλήθεια του όλου εγχειρήματος.