Ύψωσε τον Πολιτισμό - Θέατρο, Μουσική, Κινηματογράφος, Εικαστικά, Τέχνη, Κριτικές, Άρθρα, Ζωή, Άνθρωποι, Αθήνα, Θεσσαλονίκη

Το ποίημα του Σαββάτου | Γιώργος Φιλιππίδης «Γαλάζια Μηχανή»

«Γαλάζια Μηχανή» (απόσπασμα)

δ’

Σχετικά

Ξύπνησα,
με μιαν αφή αλαφριά στο πρόσωπο
από χέρι ανθρώπινο.
Σχίζαμε τον κάμπο,
ένα ύφασμα γεμάτο μπαλώματα
– του ήρωα η ψυχή.
Με σταλαγμένη στα μάτια μου τη στάλα
του κήπου.
Με δυο λόγους που μόχλευαν το μάγμα στα σωθικά μου·
κι αν δέ στέρξει ο άνθρωπος, θα στέρξει,
θα γείρει το κεφάλι,
θα κοιμηθεί.
Μα η μηχανή αγρυπνά
και ταξιδεύει.

Να μη φοβάσαι τα σκυλιά που αλυχτάνε
στη λάμψη ενός ξοδεμένου φεγγαριού,
να μη φοβάσαι τα σκυλιά που γρυλίζουν
απ’ τα βάθη του στέρφου πηγαδιού,
να μη φοβάσαι τα σκυλιά που ξεσχίζουν
κάθε αφανέρωτου λογισμού τις σάρκες.

Ταξίδι άγιο
απάνω στα σίδερα σπινθηρίζοντας φωτιά,
άγιο ταξίδι, ταξίδι της Γυναίκας με
τα ραγισμένα μάτια, που όλο θέλει να τραγουδά·
γυρνώντας στ’ οκτώ των βουνοσειρών
με το σημάδι του απείρου,
σκορπώντας μέθη
ενός αλλόκοτου μύρου.
Όνειρο άγιο, όνειρο του τόπου που δεν υπάρχουν όνειρα,
λάγιασε.
Κι αν δέ στέρξει ο άνθρωπος, θα στέρξει,
θα γείρει το κεφάλι,
θα κοιμηθεί.
Μα η μηχανή αγρυπνά
και ταξιδεύει.

Από την ποιητική συλλογή «Γαλάζια Μηχανή», Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More

Privacy & Cookies Policy