Ο «Μαγικός αυλός» του Μότσαρτ από την Κωμική Όπερα του Βερολίνου στην Εθνική Λυρική Σκηνή

Ο πιο επιτυχημένος και πολυσυζητημένος Μαγικός αυλός της εποχής μας έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα από την Εθνική Λυρική Σκηνή.

Η πολυταξιδεμένη παραγωγή της Κωμικής Όπερας του Βερολίνου, στην οποία το animation συνομιλεί με το ζωντανό θέαμα, θα παρουσιαστεί από τις 31 Μαρτίου και για 12 παραστάσεις, στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, σε μουσική διεύθυνση Ζωής Τσόκανου και Γιώργου Μπαλατσινού.

Ο Μαγικός αυλός σε σκηνοθεσία του Μπάρρη Κόσκυ, καλλιτεχνικού διευθυντή της Κωμικής Όπερας του Βερολίνου και της Σούζαν Αντράντε, της βρετανικής θεατρικής ομάδας 1927, έχει μαγέψει εκατοντάδες χιλιάδες θεατές σε όλο τον κόσμο, αφενός με τη φαντασία της παραγωγής, αφετέρου με την ακρίβεια με την οποία εκτελείται από τους καλλιτέχνες η «χορευτική» σκηνοθεσία, στην οποία η αισθητική του καμπαρέ, του μιούζικ χολ και των θεαμάτων της εποχής της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης συναντά το βρετανικό χιούμορ και την όπερα.

Ο Κόσκυ με τη βρετανική θεατρική ομάδα «1927» (Σούζαν Αντράντε – Πωλ Μπάρριτ) δημιούργησαν, με τη συνδρομή του animation, ένα απρόσμενο παραμύθι γεμάτο χρώμα, χαρά και εφευρετικότητα και «άνοιξαν τον δρόμο για ένα πιο ελεύθερο και πειραματικό στιλ παρουσίασης μιας όπερας σήμερα», όπως έγραψαν οι New York Times στην κριτική τους. Το δημιουργικό σύμπαν του Μαγικού αυλού έχει ιδιότυπες αναφορές από τον Μπάστερ Κήτον έως τον Τέρρυ Γκίλλιαμ. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μπάρρη Κόσκυ: «Η Σουζάν Αντράντε και ο Πωλ Μπάρριτ (Ομάδα 1927), όπως κι εγώ βέβαια, μοιραζόμαστε μια ιδιαίτερη αγάπη για την επιθεώρηση, το βωντβίλ, το μιούζικ χολ και συγγενείς θεατρικές μορφές. Εννοείται ότι ανάμεσα σ’ αυτές είναι και ο βωβός κινηματογράφος, γι’ αυτό και ο δικός μας Παπαγκένο έχει στοιχεία του Μπάστερ Κήτον, ο Μονόστατος είναι και λίγο Νοσφεράτου, ενώ η Παμίνα μπορεί να θυμίζει λιγάκι τη Λουίζ Μπρουκς. Ας μη θεωρηθεί όμως ότι όλα αυτά αποτελούν κάποιο ιδιότυπο αφιέρωμα στον βωβό κινηματογράφο, γιατί ενυπάρχουν πάρα πολλές επιρροές από άλλους χώρους. Ο κόσμος του βωβού μάς χάρισε ένα λεξιλόγιο στο οποίο μπορούμε να δώσουμε πολύ ευρύτερες διαστάσεις«.

Από το 2012 που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Βερολίνο, το «θαυμάσιο παράλογο μείγμα βωβού κινηματογράφου και ταινίας κινουμένων σχεδίων» (Berliner Morgenpost), έως σήμερα, ο Μαγικός αυλός έχει μαγέψει πάνω από 350.000 θεατές, από το Λος Άντζελες, τη Μινεσσότα, την Κίνα, τη Σεούλ, από το Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, από την Ισπανία και την Ελβετία, έως το Μπολσόι της Μόσχας και την Κωμική Όπερα του Παρισιού.

Στον Αυλό, ο Κόσκυ φέρνει στην τέχνη της όπερας μια νέα διάσταση με μια πρωτόγνωρη και εντυπωσιακή χρήση live video, προτείνοντας μια νέα ανάγνωση του έργου, όπου οι τραγουδιστές της όπερας αλληλεπιδρούν με καρτούν επί σκηνής. Ο σκηνοθέτης τονίζει: «Η επικέντρωση στις εικόνες επιτρέπει σε κάθε θεατή να βιώσει την παράσταση με τον δικό του τρόπο: σαν μαγικό, ζωντανό βιβλίο μύθων, σαν έναν περίεργο, σημερινό προβληματισμό σχετικά με τον βωβό κινηματογράφο, και μάλιστα έναν βωβό κινηματογράφο με τραγούδια, ή σαν έναν πίνακα ζωγραφικής που ξαφνικά ζωντάνεψε. Στην πράξη έχουμε επεξεργαστεί γύρω στα εκατό σκηνικά, στα οποία συμβαίνουν πράγματα που είναι αδύνατον να συμβούν σε μια κανονική σκηνή θεάτρου: ιπτάμενοι ελέφαντες, αυλοί που περιφέρονται με ουρές από νότες, αρτίστες φανταχτερά ντυμένες και μαγικές καμπάνες… Πετάμε μέχρι τα αστέρια και παίρνουμε το ασανσέρ για την κόλαση και όλα αυτά μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Εκτός από όλα τα καρτούν, υπάρχουν στιγμές στην παράστασή μας όπου οι τραγουδιστές στέκονται όλοι μαζί σε ένα γυμνό λευκό σημείο. Και ξαφνικά υπάρχει μόνο η μουσική, το κείμενο και η εικόνα. Το στοιχείο της απλότητας είναι ίσως αυτό που κάνει τις συγκεκριμένες στιγμές τις πιο συγκινητικές της βραδιάς. Για ολόκληρη την παράσταση ισχύει η αρχή: η τεχνολογία δεν βρίσκεται ποτέ σε πρώτο πλάνο. Αν και ο Πωλ Μπάρριτ (σ.σ. animation) κάθεται μπροστά στον υπολογιστή του για ώρες κάθε φορά, τα καρτούν του ποτέ δεν χάνουν τα βαθιά ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους, γιατί κάθε φορά μπορεί να δει κανείς το χέρι που τα σχεδίασε όλα αυτά. Οι προβολές βίντεο κατά τη διάρκεια θεατρικών παραστάσεων δεν είναι κάτι καινούριο, συχνά όμως γίνονται, μετά από μερικά λεπτά, βαρετές. Γιατί δεν υπάρχει καμιά αλληλεπίδραση ανάμεσα στον επίπεδο χώρο της οθόνης και τον τρισδιάστατο χώρο των ηθοποιών. Η Σουζάν Αντράντε και ο Πωλ Μπάρριτ (Ομάδα 1927) έλυσαν αυτό το πρόβλημα ενώνοντας όλες τις διαστάσεις σε μια κοινή θεατρική γλώσσα». 

Ο Μαγικός αυλός είναι η πρώτη όπερα του Μότσαρτ για ευρύ κοινό. Με το έργο αυτό, ο κορυφαίος συνθέτης επιθυμούσε να γοητεύσει τους πολλούς, αλλά και να προσφέρει βαθύτερο επίπεδο ανάγνωσης στους πιο καλλιεργημένους. Ο λόγος για τον οποίο η όπερα αυτή εξακολουθεί να προσελκύει ταυτόχρονα τόσο τους ελάχιστα μυημένους στο είδος και κυρίως τα παιδιά όσο και τους ειδήμονες, είναι η πολυδιάστατη φύση της. Το ποιητικό κείμενο και η μουσική γίνονται σε πρώτο επίπεδο άμεσα κατανοητά από το πλατύ κοινό: η αφήγηση είναι απλή, γραμμική και η μουσική είναι μελωδική – ακουμπά ευχάριστα στο αυτί. Ταυτόχρονα το μουσικά καλλιεργημένο ακροατήριο δεν παύει ποτέ να ανακαλύπτει τον ανεξάντλητο πλούτο του έργου αυτού, με τους πολυεπίπεδους συμβολισμούς του κειμένου, αλλά και την ιδιαίτερα εκλεπτυσμένη και γεμάτη πρωτοτυπία γραφή του Μότσαρτ.

Η υπόθεση αφορά την προσπάθεια του Ταμίνο να ελευθερώσει την όμορφη Παμίνα από τον Ζαράστρο. Η μητέρα της, η Βασίλισσα της Νύχτας, παρέχει γι’ αυτόν το σκοπό στον Ταμίνο ένα μαγικό αυλό και στον ακόλουθό του Παπαγκένο ασημένια καμπανάκια, των οποίων ο ήχος βοηθά να ξεπεραστούν κάθε είδους δοκιμασίες. Σταδιακά οι στερεότυπες απόψεις για το καλό και το κακό ανατρέπονται. Αυτό, το οποίο αποδεικνύεται καλό θριαμβεύει και το κακό κατακρημνίζεται.

Ο Κόσκυ προτείνει τη δική του ανάγνωση για το βαθύτερο νόημα του Μαγικού αυλού, καθώς θεωρεί ότι το έργο μιλάει για την αναζήτηση της αγάπης στον κόσμο των ονείρων, με μεγάλες δόσεις μοναχικότητας. Συγκεκριμένα, αναφέρει: «Θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει την παραγωγή μας σαν ένα ταξίδι μέσα από τους ονειρικούς κόσμους του Ταμίνο και της Παμίνας. Αυτοί οι δύο ονειρικοί κόσμοι συναντιούνται και σχηματίζουν ένα καινούριο, αλλόκοτο όνειρο. Το πρόσωπο που συνδέει αυτά τα όνειρα και τον κόσμο τους είναι ο Παπαγκένο. Δίνουμε μεγάλο βάρος σε αυτά τα τρία πρόσωπα. Έχει ενδιαφέρον ότι και ο Παπαγκένο κυνηγάει απεγνωσμένα μια εικόνα: την τέλεια γυναίκα της φαντασίας του, μια γυναίκα που πολύ θα ήθελε να έχει για σύντροφό του. Παρ’ όλα τα κωμικά στοιχεία, υπάρχει ένα έντονο στοιχείο μοναξιάς στον Μαγικό αυλό. Το μισό έργο ασχολείται με μοναχικούς ανθρώπους: παρά τον εύθυμο τόνο της, η άρια του Παπαγκένο «Ο πουλολόγος είμ’ εγώ» μιλάει για έναν άνθρωπο που νιώθει μόνος και του λείπει η αγάπη. Στην αρχή κιόλας της όπερας ο Ταμίνο τρέχει μόνος μέσα στο δάσος. Οι τρεις γυναίκες είναι μόνες και νιώθουν έλξη για τον Ταμίνο. Η Βασίλισσα της νύχτας είναι μόνη: ο άντρας της έχει ήδη πεθάνει και τώρα της κλέβουν την κόρη της. Και ο Zαράστρο έχει μια τεράστια ακολουθία αλλά καμία σύντροφο στο πλάι του. Για να μη μιλήσουμε για τον Μονόστατο, που οι ανικανοποίητες ερωτικές παρορμήσεις του εκφυλίζονται σε αχαλίνωτη λαγνεία. Το βασικό θέμα του Μαγικού αυλού είναι η αναζήτηση της αγάπης. Και τα διάφορα μονοπάτια στα οποία αυτή η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει. Και τέλος είναι μια ιστορία ορφική. Μιλάει για τη δύναμη της μουσικής, η οποία μπορεί να αλλάξει τη φύση και να κινήσει βουνά. Ας μην ξεχνάμε ότι η όπερα δεν ονομάζεται «Ταμίνο και Παμίνα» αλλά Μαγικός αυλός! Ο μαγικός αυλός δεν είναι ένα απλό όργανο αλλά η μουσική αυτή καθαυτή, και η μουσική, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι συνώνυμη με την αγάπη. Νομίζω πως γι’ αυτόν τον λόγο είναι τόσο δημοφιλής αυτή η όπερα: γιατί οι άνθρωποι βλέπουν, ακούνε και νιώθουν ότι εδώ απεικονίζεται με ολοκληρωμένο τρόπο η αναζήτηση της αγάπης, στην οποία καταφεύγουν και οι ίδιοι ξανά και ξανά«. 

Ο Μαγικός αυλός είναι η τελευταία από τις δεκαεπτά όπερες που έγραψε ο Μότσαρτ, ενώ λίγο πριν τον θάνατό του κατάφερε να τη διευθύνει στην πρεμιέρα που δόθηκε στην Βιέννη στις 30 Σεπτεμβρίου 1791. Ένα από τα στοιχεία που εκπλήσσουν στο έργο αυτό είναι η ενότητά του, παρά το πρωτόγνωρο μωσαϊκό μουσικών ειδών από τα οποία αποτελείται η παρτιτούρα. Απλά στροφικά τραγούδια, περίτεχνες άριες της σοβαρής ιταλικής όπερας, πρόζα, μελοποιημένοι διάλογοι, κωμικά μέρη, επιβλητικά χορωδιακά, εκκλησιαστική μουσική βρίσκονται σε δημιουργικό διάλογο. Ήταν μάλλον αναμενόμενη η μεγάλη επιβράβευση που ήρθε από τον Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο οποίος σχολίασε για τον Μαγικό αυλό: «Τι θεϊκή μαγεία πνέει σε αυτό το έργο, από το πιο λαϊκό τραγούδι ως τον πιο ευγενή ύμνο! Πόσες όψεις, τι ποικιλία!»

O Μπάρρη Κόσκυ, με καταγωγή από την Αυστραλία, είναι καλλιτεχνικός διευθυντής της Κωμικής Όπερας του Βερολίνου, από την καλλιτεχνική περίοδο 2012/13 και θεωρείται διεθνώς ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες της όπερας με ανανεωτική ματιά. Εκτός από τις παραγωγές που έχει σκηνοθετήσει εκεί (μεταξύ άλλων Η τριλογία του Μοντεβέρντι, το West Side Story, Τα παραμύθια του Χόφμαν, Πελλέας & Μελισσάνθη, Ονιέγκιν κ.α.), δουλειές του έχουν παρουσιαστεί στην Εθνική Όπερα της Αγγλίας, την Βασιλική Όπερα του Λονδίνου, τις όπερες του Μονάχου, της Φρανκφούρτης, της Ζυρίχης, στα Φεστιβάλ του Μπάιροϊτ, του Γκλάιντμπορν κ.α. Οι μελλοντικές του υποχρεώσεις περιλαμβάνουν την Όπερα του Παρισιού, την Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης, το Φεστιβάλ της Αιξ αν Προβάνς κ.α.

H βρετανική θεατρική ομάδα 1927, έχει ως ιδρυτικά μέλη τον κομίστα και εικονογράφο Πωλ Μπάρριτ και την συγγραφέα και περφόρμερ Σουζάν Αντράντε. Δημιουργήθηκαν το 2005 με στόχο να εξερευνήσουν ένα νέο είδος παραστατικής τέχνης που συνδυάζει το animation, τη μουσική και το ζωντανό θέαμα. Η ομάδα έχει παρουσιάσει δουλειές της στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, την Όπερα του Σύδνεϋ, το Εθνικό Θέατρο της Αγγλίας, την Κωμική Όπερα του Βερολίνου, το Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ κ.α.

Την ευθύνη της μουσικής διεύθυνσης του Μαγικού Αυλού έχουν δύο διακεκριμένοι αρχιμουσικοί της νεότερης γενιάς, η καλλιτεχνική διευθύντρια της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, Ζωή Τσόκανου και ο Γιώργος Μπαλατσινός.

Στη διανομή συμμετέχουν νεότεροι και καταξιωμένοι μονωδοί, όπως οι Πέτρος Μαγουλάς, Δημήτρης Κασιούμης, Σάσα Εμανουέλ Κράμερ, Βασίλης Καβάγιας, Μαρία Παλάσκα, Χρύσα Μαλιαμάνη, Τίμος Σιρλαντζής, Μάριος Σαραντίδης κ.α. Τον ρόλο της Βασίλισσας της Νύχτας –έναν από τους απαιτητικότερους του ρεπερτορίου της υψιφώνου– θα ερμηνεύσουν, η Χριστίνα Πουλίτση, η Ελληνίδα σοπράνο που έχει πρωταγωνιστήσει σε δεκάδες παραστάσεις της παραγωγής αυτής σε όλο τον κόσμο, ως στενότατη πλέον συνεργάτρια του Μπάρρη Κόσκυ, η Βασιλική Καραγιάννη και η Δήμητρα Κωτίδου.

Την Χορωδία της ΕΛΣ διευθύνει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος.


Ο Μαγικός αυλός με μια ματιά

 Αμαντέ, Αμαντέο, Αμαντέους / Πολλοί νιώθουν μεγάλη οικειότητα προς το πρόσωπο του Μότσαρτ, ίσως επειδή σε πρώτο επίπεδο αρκετές συνθέσεις του ηχούν ευχάριστα. Ωστόσο, παρεξηγήσεις που έχουν αποκτήσει ισχύ κοινών τόπων έχουν πλάσει μία εικόνα αρκετά διαφορετική από την πραγματικότητα. Ήδη από το 19ο αιώνα, στο πλαίσιο αγιοποίησης του συνθέτη, ξεκίνησαν παραποιήσεις που αλλοίωσαν ακόμα και το όνομά του. Έτσι, υιοθετήθηκε το πομπώδες λατινικό Amadeus, που ο ίδιος χρησιμοποιούσε σπανιότατα και μόνον αστειευόμενος, αντί του γαλλικού Amadé ή του ιταλικού Amadeo, με τα οποία υπέγραφε συνήθως. Μέσα που αποτείνονται στο ευρύ κοινό, όπως ο κινηματογράφος, εξακολουθούν να συμβάλλουν σε στρεβλώσεις και ως προς την προσωπικότητα του συνθέτη, υπερτονίζοντας εξιδανικευμένες θεωρήσεις που δεν έχουν καμία βάση στην επιστημονική έρευνα. Σήμερα πλέον δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μότσαρτ υπήρξε ένας διανοούμενος, μία από τις σημαντικότερες, πιο ανήσυχες και ενδιαφέρουσες προσωπικότητες της εποχής του, χαρισματικός, ευαίσθητος, με υψηλά ιδανικά. Η σύγχρονη μουσικολογική έρευνα προσθέτει καθημερινά ψηφίδες σε ένα πορτρέτο του οποίου διαρκώς αποκαλύπτονται νέες, όλο και πιο συναρπαστικές όψεις.

Μεγάλη όπερα, γερμανική όπερα, ζίνγκσπηλ / Σήμερα οι μουσικολόγοι συμφωνούν ότι την εποχή του Μότσαρτ οι όροι δεν χρησιμοποιούνταν με την αυστηρότητα στην οποία συχνά επιμένουμε σήμερα. Στο πλαίσιο της πολιτικής του Ιωσήφ Β’ για την ανάδειξη του γερμανικού εθνικού πολιτισμού, ο όρος Singspiel, κατ’ αναλογίαν του Schauspiel –που σημαίνει θεατρικό έργο–, ήταν απλώς η γερμανική απόδοση του ιταλικού όρου opera. Στην πρώτη έκδοση ο Μαγικός αυλός χαρακτηρίζεται ως «μεγάλη όπερα», ενώ ο ίδιος ο Μότσαρτ τον καταχώρησε στον κατάλογο των έργων του ως «γερμανική όπερα». Έργο με μουσικά μέρη και πεζούς διαλόγους, ο Μαγικός αυλός αποτελείται από δύο Πράξεις και βασίζεται σε κείμενο του θεατρανθρώπου Εμάνουελ Σίκανεντερ.

Πρεμιέρες / Ο Μαγικός αυλός πρωτοπαρουσιάστηκε στο Θέατρο Βήντεν, στα περίχωρα της Βιέννης, στις 30 Σεπτεμβρίου 1791. Από την Εθνική Λυρική Σκηνή η όπερα πρωτοπαρουσιάστηκε στις 18 Ιανουαρίου 1969 σε μουσική διεύθυνση του Αντίοχου Ευαγγελάτου.

Σύνοψη

Α’ Πράξη / Ένα τεράστιο φίδι απειλεί τον πρίγκιπα Ταμίνο, που λιποθυμά. Τον σώζουν Τρεις Κυρίες, που πληροφορούν για το συμβάν τη Βασίλισσα της Νύχτας. Όταν συνέρχεται ο Ταμίνο, αντικρίζει τον Παπαγκένο, που κυνηγά πουλιά για λογαριασμό της Βασίλισσας. Κομπάζει πως αυτός έσωσε τον πρίγκιπα, και οι Τρεις Κυρίες τον τιμωρούν για το ψέμα του. Η Βασίλισσα της Νύχτας ζητά από τον Ταμίνο να απελευθερώσει την κόρη της Παμίνα, που κρατά ο δαίμονας Ζαράστρο. Αν τα καταφέρει, θα γίνει γυναίκα του. Ακόλουθός του ορίζεται ο Παπαγκένο. Ο πρίγκιπας παίρνει ένα μαγικό αυλό και ο Παπαγκένο μαγικά καμπανάκια. Τρία Αγόρια τούς δείχνουν το δρόμο.

Ο Μονόστατος, Μαυριτανός υπηρέτης του Ζαράστρο και φρουρός της Παμίνας, πολιορκεί ερωτικά την κοπέλα. Ο Παπαγκένο λέει κρυφά στην Παμίνα πως έρχεται να τη σώσει ο Ταμίνο. Την ίδια στιγμή ο πρίγκιπας φτάνει σε ένα δάσος με τρεις ναούς. Από τον μεσαίο προβάλλει ένας ιερέας, που αναζητά την αιτία της έχθρας του Ταμίνο προς τον Ζαράστρο. Ο Ταμίνο παίζει τον αυλό, και τα ζώα του δάσους μαγεύονται. Ακούει τα καμπανάκια: Η Παμίνα και ο Παπαγκένο προσπαθούν, μάταια, να ξεφύγουν από τον Μονόστατο. Ο Παπαγκένο παίζει τα καμπανάκια, κάνοντας τους ακολούθους του Μονόστατου να χορεύουν μαγεμένοι. Εμφανίζεται ο Ζαράστρο πάνω στο άρμα του. Η Παμίνα εξηγεί ότι την καταδιώκει ο Μονόστατος, ο οποίος έχει συλλάβει τον Ταμίνο και τον Παπαγκένο.Ο Ζαράστρο οδηγεί και τους δύο στο Ναό της Δοκιμασίας.

Β’ Πράξη / Ο Ζαράστρο και οι ιερείς επιτρέπουν στον Ταμίνο να περάσει όλες τις δοκιμασίες για να γίνει δεκτός στην αδελφότητά τους. Αν τα καταφέρει, η Παμίνα θα γίνει γυναίκα του. Δυο ιερείς οδηγούν τους αιχμαλώτους στην πρώτη δοκιμασία: τη σιωπή.

Στον κήπο ο Μονόστατος πλησιάζει πάλι την Παμίνα, τρέπεται όμως σε φυγή όταν διακρίνει τη Βασίλισσα της Νύχτας. Εκείνη ζητά από την κόρη της να σκοτώσει τον Ζαράστρο. Αργότερα φτάνει ο Ζαράστρο για να την καθησυχάσει.

Ο Παπαγκένο σπάει τη σιωπή του και μιλά με μια γριά, που ισχυρίζεται ότι είναι 18 ετών και πως τον αγαπημένο της τον λένε Παπαγκένο. Μετά εξαφανίζεται. Αντίθετα, ο Ταμίνο παραμένει σιωπηρός ακόμα και όταν απευθύνεται σε αυτόν η αγαπημένη του Παμίνα. Εισπράττοντας τη σιωπή του ως απόρριψη, εκείνη πληγώνεται βαθιά. Ο Ζαράστρο εξηγεί στους δύο νέους πως θα πρέπει να χωριστούν, αλλά θα βρεθούν και πάλι αργότερα. Ο Παπαγκένο ζητά μονάχα ένα ποτήρι κρασί. Το πίνει και αμέσως θυμάται τις βασικές του ανάγκες. Ζητά μία σύντροφο, κι εμφανίζεται ξανά η γριά. Όταν του εξηγεί ότι η μόνη εναλλακτική λύση που έχει είναι να κλειστεί για πάντα στη φυλακή, ο Παπαγκένο δέχεται να της υποσχεθεί αιώνια πίστη. Αυτοστιγμεί εκείνη μετατρέπεται στην όμορφη Παπαγκένα, αλλά χάνεται ευθύς αμέσως.

Στον κήπο τα Τρία Αγόρια σταματούν την Παμίνα, που, απογοητευμένη, θέλει να δώσει τέλος στη ζωή της. Πριν από τις τελικές δοκιμασίες, που προβλέπουν να περάσει το ζευγάρι από φωτιά και νερό, η Παμίνα συναντά τον αγαπημένο της. Δυο αρματωμένοι οδηγούν τον Ταμίνο και του εξηγούν πως όποιος περάσει τις δοκιμασίες αυτές θα εξαγνιστεί από τα τέσσερα στοιχεία, φωτιά, νερό, αέρα και γη. Αν ξεπεράσει το φόβο του θανάτου, θα είναι άξιος να μυηθεί στα μυστήρια της Ίσιδας. Ο Ταμίνο και η Παμίνα περνούν με επιτυχία τη δοκιμασία της φωτιάς και του νερού. Τους υποδέχονται με επισημότητα στον κατάφωτο ναό. Στον κήπο, απογοητευμένος που έχασε την Παπαγκένα, ο Παπαγκένο αποφασίζει να δώσει τέλος στη ζωή του. Τα Τρία Αγόρια τού θυμίζουν τα μαγικά καμπανάκια. Ο Παπαγκένο τα αφήνει να ηχήσουν και σμίγει με την Παπαγκένα.

Οδηγούμενες από τον Μονόστατο η Βασίλισσα της Νύχτας και οι Τρεις Κυρίες αποφασίζουν να επιτεθούν στο ναό. Θύελλες, αστραπές και βροντές αποτρέπουν την επέλασή τους. Το φως διαλύει το σκοτάδι. Ο Ζαράστρο υποδέχεται τον Ταμίνο και την Παμίνα μέσα σε ατμόσφαιρα ψυχικής ανάτασης.


Ο μαγικός αυλός – Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Παραγωγή της Κωμικής Όπερας του Βερολίνου (Komische Oper Berlin)

31 Μαρτίου 2018 & 1, 11, 13, 14, 15, 18, 20, 22, 25, 27, 29 Απριλίου 2018
Ώρα έναρξης: 19.30 (τις Κυριακές στις 18.30)

Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

Μουσική διεύθυνση: Ζωή Τσόκανου (31/3, 1, 11, 13, 14, 15/4), Γιώργος Μπαλατσινός (18, 20, 22, 25, 27, 29/4)
Σκηνοθεσία Σουζάν Αντράντε – Μπάρρη Κόσκυ

Αναβίωση σκηνοθεσίας Τομπίας Ριμπίτσκι
Animation Πωλ Μπάρριτ
Σύλληψη «1927» (Σουζάν Αντράντε, Πωλ Μπάρριτ) – Μπάρρη Κόσκυ
Σκηνικά-κοστούμια Έστερ Μπιαλάς

Διεύθυνση Χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος
Ζαράστρο: Πέτρος Μαγουλάς (31/3, 13, 15, 20, 22, 29/4). θ.α. (1, 11, 14, 18, 25, 27/4)
Ταμίνο: Σάσα Εμάνουελ Κράμερ (31/3, 11, 13, 15/4). Βασίλης Καβάγιας (1, 14, 18, 20, 22, 25, 27, 29/4)
Ομιλητής: Γιώργος Ρούπας (31/3, 13, 15, 20, 22, 29/4), θ.α. (1, 11, 14, 18, 25, 27/4)
Βασίλισσα της νύχτας: Χριστίνα Πουλίτση (31/3, 22, 25, 27, 29/4), Βασιλική Καραγιάννη  (1, 11, 13, 15, 18, 20/4), Δήμητρα Κωτίδου (14/4)
Παμίνα: Μαρία Παλάσκα (31/3, 11, 13, 15, 20, 22/4), Χρύσα Μαλιαμάνη (1, 14, 18, 25, 27, 29/4)
Πρώτη κυρία: Μίνα Πολυχρόνου (31/3, 13, 15, 20, 22, 29/4), Μαρία Κωστράκη (1, 11, 14, 18, 25, 27/4)
Δεύτερη κυρία: Αντωνία Καλογήρου (31/3, 13, 15, 20, 22, 29/4), Άρτεμις Μπόγρη (1, 11, 14, 18, 25, 27/4)
Τρίτη κυρία: Μαργαρίτα Συγγενιώτου (31/3, 13, 15, 20, 22, 29/4), Έλενα Μαραγκού (1, 11, 14, 18, 25, 27/4)
Παπαγκένα: Δήμητρα Κωτίδου (31/3, 15, 18, 20, 22/4), Μαριλένα Στριφτόμπολα (1, 11,13, 14, 25, 27, 29/4)
Παπαγκένο: Τίμος Σιρλαντζής (31/3, 13, 15, 18, 20, 29/4), Μάριος Σαραντίδης (1, 11, 14, 22, 25, 27/4)
Μονόστατος: Χρήστος Κεχρής (31/3, 13, 20, 22, 29/4). Γιάννης Φίλιας (1, 11, 14, 15, 18, 25, 27/4)
Πρώτος αρματωμένος: Γιάννης Κάβουρας (31/3, 13, 15, 20, 22, 29/4), Φίλιππος Δελλατόλας (1, 11, 14, 18, 25, 27/4)
Δεύτερος αρματωμένος: Διονύσης Τσαντίνης (31/3, 13, 15, 20, 22, 29/4), Θεόδωρος Μωραΐτης  (1, 11, 14, 18, 25, 27/4)

Με την Ορχήστρα  και τη Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.