Εμίλ Ζολά – Νανά

    Επιμέλεια: Γιώργης Χαριτάτος
    [email protected]

    Η οδός Νοτρ-Νταμ-ντε-Λορέτ εκτεινόταν στο βάθος σκοτεινή και έρημη, γυναικείες φιγούρες περιφέρονταν. Ήταν η καθυστερημένη επάνοδος στηγειτονιά· φτωχές πόρνες, απελπισμένες από μια νύχτα ανεργίας, αρνούμενες να τα παρατήσουν, επέμεναν να μιλάνε, με βραχνιασμένη φωνή, σε κάποιον μεθύστακα, που είχε χάσει τον δρόμο του και που τον είχαν σταματήσει στη γωνία των οδών Μπρεντά και Φοντέν.

    Υπήρχαν όμως και τα τυχερά: λουδοβίκεια κερδισμένα από κάποιουςκαλούς κυρίους, που ανέβαιναν ρίχνοντας τον οβολό στην τσέπη τους. Η Σατέν, κυρίως, τους μυριζόταν αυτούς. Τα υγρά βράδια, όταν βρεγμένη ηπόλη ανέδιδε μια άτονη μυρωδιά μεγάλης βρόμικης κρεβατοκάμαρας, ήξερε ότι αυτός ο υγρός καιρός, αυτή η δυσωδία, που έβγαινε από τις σκοτεινές γωνιές, τρέλαινε τους άντρες. Και καραδοκούσε για να πετύχει τους πιο καλοντυμένους, το καταλάβαινε από την έκφραση των ανοιχτόχρωμων ματιών τους. Ήταν σαν μια σαρκική μανία να φυσούσε πάνω από την πόλη. Φοβόταν βέβαια κάπως, γιατί οι πιο κόσμιοι ήταν και οι πιο διεστραμμένοι. Το λούστρο ράγιζε και το κτήνος έβγαινε στην επιφάνεια, απαιτητικό, στα τερατώδη του γούστα, ραφινάροντας τη διαστροφή του. Γι’ αυτό και η Σατέν συχνά δεν έδειχνε κανέναν σεβασμό, περιγελούσε την ευπρέπεια των πελατών της, λέγοντας ότι οι αμαξάδες τους ήταν πιο καλοί άνθρωποι απ’ αυτούς, γιατί σέβονταν τις γυναίκες και δεν τις διέφθειραν με τις ανόσιες ιδέες ενός άλλου κόσμου. Η Νανά εξακολουθούσε να σοκάρεται βλέποντας την πτώση του καλού κόσμου μέσα στην αθλιότητα του βίτσιου, γιατί διατηρούσε κάποιες προκαταλήψεις, τις οποίες η Σατέν τις κατέρριπτε. Είχε χαθεί, λοιπόν, η αρετή; όπως έλεγε, όταν συζητούσε σοβαρά. Όλοι, από τα ύψη ως τα βάθη της κοινωνίας, ήταν έκφυλοι.

    […] Αυτό που ενοχλούσε περισσότερο την Νανά, ήταν η ειλικρίνεια με την οποία γίνονταν αυτές οι χαμερπείς ακολασίες. Θυμόταν την παρωδία ηδονής που έπρεπε να παίζει, όταν ήταν εταίρα της υψηλής κοινωνίας, ενώ τώρα έβλεπε τις κοπέλες γύρω της ν’ αργοπεθαίνουν απ’ το επάγγελμα κάθε μέρα.

    Η Νανά (1880) είναι ένα από τα πιο σημαντικά μυθιστορήματα του Ζολά, εκπροσώπου του γαλλικού νατουραλισμού και ανήκει στη σειρά μυθιστορημάτων Rougon – Macquart. Ο συγγραφέας, με τη συμβολική μορφή μιας πόρνης η οποία διαφθείρει την παριζιάνικη ελίτ, δηλώνει την κατάπτωση της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας. Η μετάφρασή της από τον Ιωάννη Καμπούρογλου και ο πρόλογος – μανιφέστο του νατουραλισμού από τον Αγησίλαο Γιαννόπουλο, που την συνόδευε, προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων.