Κάθε Τρίτη με τον Μόρι, των Χάτσερ – Άλμπομ στο θέατρο Ιλίσια

    Κείμενο: Σταμάτης Παρασκευάς
    [email protected]
    «Will you still love me when I’m no longer young and beautiful»
    [Lana del Rey]

    Κάθε Τρίτη με τον Μόρι ο νεαρός φοιτητής Άλμπομ μυούταν σε έναν κόσμο στον οποίο ο καθηγητής κοινωνιολογίας (ο «κόουτς», όπως τον προσφωνούσε, μια και τον προπονούσε σε διάφορα ζητήματα περί ζωής) Μόρι Σβαρτς φαινόταν να αποτελεί τον μέντορα και τον άνθρωπο στον οποίο ήθελε να ομοιωθεί ο νεαρός ανήσυχος σπουδαστής.

    Ύστερα από την αποφοίτησή του, περνώντας από διάφορες φάσεις στην επαγγελματική του καριέρα και οικογενειακή ζωή, αν και άλλο είχε υποσχεθεί στον αγαπημένο του δάσκαλο, κάνει 16 χρόνια να τον ξαναδεί κι αφορμή αποτελεί μια θανατηφόρα ασθένεια του δασκάλου του.

    Το μάθημα κάθε Τρίτης, που είχανε χρόνια πριν, επανέρχεται στην πολυάσχολη καθημερινότητα του σκληρά εργαζόμενου αθλητικογράφου Άλμπομ. Ο χρόνος είναι αμείλικτος και για τον ετοιμοθάνατο καθηγητή (λόγω της νόσου του Λου Γκέριγκ) και για τον νεαρότερο αθλητικογράφο. Ο μεν πρώτος αγαπάει τη ζωή, τις έντονες συγκινήσεις, μοιάζει συμφιλιωμένος με τον θάνατο, λαμβάνει μηνύματα αγάπης από εκατοντάδες θαυμαστές, πιστεύει πως «όσο ζούμε και δημιουργούμε αναμνήσεις με τους άλλους παραμένουμε ζωντανοί», ο δε νεαρός βρίσκεται σε έναν διαρκή αγώνα δρόμου, καθώς αντικρύζει τις νεότερες γενιές να πλησιάζουν απειλητικές για την επαγγελματική του ακεραιότητα, πιστεύει πως όποιος αγαπάει είναι αδύναμος και δεν θέλει να κλαίει.

    Ο στίβος που διανύουν κι οι δύο είναι απέναντι στον χρόνο και η καθορισμένη Τρίτη τους μοιάζει να τον επιβραδύνει και να δίνει μια νότα προσμονής μέσα στην ρουτίνα του κυνηγιού της επιτυχίας για τον νεαρό Άλμπομ και στην καθημερινότητα που σε οδηγεί όλο και πιο κοντά στον θάνατο για τον γηραιότερο Μόρι. Στο τέλος, η τελετουργία των συναντήσεών τους νικά τη βεβαιότητα του θανάτου.

    Στο θέατρο Ιλίσια Βολανάκης (ένας ιδιαίτερος χώρος, προσεγμένος), το best seller των Jeffrey Hatcher και Mitch Albom που γράφτηκε το 1997 (κι έγινε και ταινία στην Αμερική το 1999 από τους Mick Jakcson &Thomas Rickman), παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Ο τέταρτος τοίχος δεν υπάρχει, οι ηθοποιοί απευθύνονται συχνά στο κοινό (προωθώντας την οικονομία του έργου). Το σκηνικό είναι λιτό κι υποστηρικτικό κυρίως για το τελευταίο μέρος του έργου, που οι συναντήσεις των δύο γίνονται στο σπίτι που έχει αποσυρθεί ο καθηγητής Σβαρτς. Υπάρχει έντονη κινηματογραφική ατμόσφαιρα (ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος).

    Ο κύριος Βαλτινός, που καλείται να ερμηνεύσει τον άνθρωπο που αντιμετωπίζει με έντονο φλεγματικό χιούμορ το ανελέητο πέρασμα της νόσου του Λου Γκέριγκ (που ατροφεί το νευρικό σύστημα και στο τέλος πεθαίνεις από ασφυξία) είχε πολύ δυνατές στιγμές, αν και κάποιες φορές, είχε ανεπαίσθητες αντιδράσεις και κινήσεις, που ή σε έκαναν να θαυμάσεις τις λεπτές αποχρώσεις της ψυχοσυναισθηματικής κατάστασής του ως ετοιμοθάνατου, που δεν αποδίδονταν με τα λόγια ή που σε έκαναν να νομίσεις, ότι ίσως ξεχνούσε πάνω στη σκηνή, ότι πάσχει από τη συγκεκριμένη νόσο κι οι κινήσεις του ήταν πιο ζωηρές απ’ το αναμενόμενο. Ή που ένας άνθρωπος που γουστάρει τη ζωή και παλεύει ως τη τελευταία στιγμή, καταφέρνει να ξεκλέψει ό,τι μπορεί…

    Ο κύριος Σαρακατσάνης αξιοπρεπής δίπλα στον κύριο Βαλτινό, αν και έλειπε η «σπίθα» και οι διακυμάνσεις στην ερμηνεία του που θα αντικατόπτριζαν τις αντίστοιχες καταστάσεις της ζωής του και θα απογείωναν τον ρόλο που από την άρνηση της ζωής φτάνει στην αποδοχή αυτής και των αποχρώσεών της.

    Η σκηνοθεσία κινήθηκε σε μοτίβα, τα οποία δεν επισκίασαν το κείμενο -άλλωστε τα νοήματα και τα «αστειάκια» και τα όσα τσιτάτα ακούγονται, μάλλον από μόνα τους εγγυώνται την επιτυχία της παράστασης. Στο τέλος το κοινό ήταν συγκινημένο. Η κινηματογραφική τελευταία σκηνή δουλεύτηκε για ένα τέτοιο «φινάλε κάθαρσης». Οι δύο άντρες στη σκηνή αγαπήθηκαν και μάλιστα πολύ. Και σαφέστατα κανένας θάνατος δεν καταρρίπτει την αγάπη. Συνεχίζουμε να είμαστε όμορφοι μέσα από την αγάπη των άλλων και πάντα εδώ και νέοι μέσα από τις αναμνήσεις που φτιάξαμε μαζί.