Μανόλης Ξεξάκης: «Έχουμε αναπτύξει τις επιστήμες και τις τέχνες, αλλά δεν απομακρυνθήκαμε από τη βία»

    Μανόλης Ξεξάκης
    Επιμέλεια: Εύα Φίλιου
    [email protected]

    Ο Μανόλης Ξεξάκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο της Κρήτης και σπούδασε στο Μαθηματικό του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Από το 1974 έχει κυκλοφορήσει ποιητικές συλλογές, μυθιστορήματα, διηγήματα και αφηγήματα. Αφορμή της συνέντευξης στάθηκε η πρόσφατη κυκλοφορία του Α΄ τόμου Το θέατρο της οικουμένης: Τα θεμέλια της ζωής από τις εκδόσεις Ιανός.

    Κύριε Ξεξάκη, αρχικά για ποιο λόγο ξεκινήσατε τη συγγραφή λογοτεχνικών βιβλίων;  Δεν υπάρχει λόγος για να αρχίσεις να γράφεις. Αυτά τα πράγματα σε διαλέγουν κι εσύ ακολουθείς. Γίνονται μοίρα σου. Ξεκίνησα από έφηβος. Με μάγευαν οι λέξεις και οι αριθμοί, και πιο πολύ οι σκέψεις που έγιναν και γίνονται με αυτά. Έχω δημοσιεύσει βιβλία ποίησης, μυθιστόρημα, διηγήματα κλπ. Στο βιογραφικό που έβαλα τώρα δεν τα αναφέρω γιατί μετά από κάποια ηλικία, είσαι απλώς παιχνίδι στα χέρια του χρόνου, δεν τα χρειάζεσαι. Με τους αριθμούς  το πήγα αλλιώς: δίδαξα μαθηματικά. Αυτά τα δυο, η λογοτεχνία και η διδασκαλία είναι οι δραστηριότητες που με συνάρπασαν.

    Πρόσφατα κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος του τρίτομου μυθιστορήματος σας με τίτλο Το Θέατρο της Οικουμένης. Μιλήστε μας για το περιεχόμενο του βιβλίου. Ο πρώτος τόμος, που λέγεται «Τα θεμέλια της ζωής», αρχίζει με το θάνατο μιας γυναίκας «καλοψημένης από το χρόνο, που δεν είναι πάντα και σε όλους τόσο φιλικός», όπως γράφω, προχωρεί με τη μύηση του ήρωα μου στην κατασκοπεία, και εισάγει τα πρόσωπα και τα θέματα για την καταιγιστική δράση που θα ακολουθήσει. Έβαλα στη διήγησή μου τη Χάρτα του Ρήγα και τα οράματά του για τον Ελληνισμό, τις βραχονησίδες του Αιγαίου, που οι Τούρκοι θεωρούν γκρίζες ζώνες, τον πόλεμο του 1940, που αφηγείται ένας παππούς, την ιστορία των ανακαλύψεων του Ανδρόνικου στη Βεργίνα, το Μακεδονικό, την Βενετοκρατία στην Κρήτη, ταξίδια στο Άγιον Όρος, στην Πράγα, στο Ρέθυμνο, στην Κοζάνη, οριακές στιγμές από τα μαθηματικά και τη Φυσική, έργα από μεγάλα μουσεία, και από το περιβόλι της σοφίας.

    Πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτού του μυθιστορήματος; Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο καθημερινών ανθρώπων που κάνουν απλά πράγματα, αλλά συμπλέκονται με μεγάλες στιγμές της ελληνικής Ιστορίας, των επιστημών, των τεχνών και της Σκέψης. Όταν ερευνούσα μεγάλες στιγμές της Σκέψης,  παρατήρησα ότι με κάποιες έννοιες για τις οποίες έχουμε προσδιορίσει τη χρήση και τη χρησιμότητά τους, πάψαμε να ασχολούμαστε. Διάλεξα από αυτές την ιδέα των ψυχών, την κατασκοπεία και τον προδομένο έρωτα, και δούλεψα. Το θέμα ψυχές το ξεκίνησα από την Οδύσσεια. Εκεί ο Ερμής κατεβάζει τον Οδυσσέα στον Άδη, στο Δήμο των Ονείρων όπου περιδιαβάζουν οι ψυχές, τα είδωλα των νεκρών. Μετά διάβασα όσα έχουν ειπωθεί από τη φιλοσοφία, τις θρησκείες, τους μεγάλους μύστες, κι έφτιαξα έναν ήρωα που μυρίζει τις ψυχές. Αυτό μοιάζει με παραλογισμό, αλλά έχει βάση. Ο Ηράκλειτος λέει ότι οι ψυχές μυρίζουν όσο βρίσκονται στον Άδη. Ξέρετε, έχουμε πει τόσα πολλά και αντιφατικά για τις ψυχές επειδή διεκδικούμε για πάρτη μας την αιωνιότητα, θέλουμε να επιβιώσει κάτι από μας, να μη γίνουμε σκόνη των άστρων. Με την κατασκοπεία πάλι ασχολήθηκα διότι επιλέξαμε ότι υπερασπίζει τα δίκαια της πατρίδας μας και αδιαφορούμε αν όσα κάνει διαλύουν τους θεσμούς και τους νόμους της. Όσο για τον προδομένο έρωτα, επειδή μοιάζει ακατανόητος. Δείχνει την απολυτότητα των ενστίκτων. Όλα αυτά βέβαια κυλάνε μέσα στην σύγχρονη ιστορία που αφηγούμαι, και που διαβάζεται νεράκι χωρίς να εγκαταλείπει την ιδέα ενός ποιοτικού λόγου.

    Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια της συγγραφής του; Να ενσωματώσω στο τρίτομο Το θέατρο της οικουμένης τις μεγάλες στιγμές της Ιστορίας των τεχνών, των επιστημών και της Σκέψης χωρίς να γίνω βαρετός.

    Ο τίτλος του βιβλίου ήταν αρχική επιλογή ή τον βρήκατε αφού ολοκληρώσατε τη συγγραφή; Όχι, άλλαξα πολλούς. Όταν όμως διάβαζα τα μαθηματικά της Χαρτογραφίας, έπεσα πάνω στον Ορτέλιους που έφτιαξε 8 χάρτες για την επιφάνεια της Γης, το 1570, και τους ονόμασε Theatrum orbis terrarum, δηλαδή Θέατρο της οικουμένης. Κατάλαβα ότι δεν ήθελε να περιγράψει μόνο τους τόπους αλλά και τη ζωή των ανθρώπων, αυτό το θέατρο που είμαστε αναγκασμένοι να παίζουμε εφόσον ζούμε σε κοινωνίες. Πήρα τον τίτλο του Ορτέλιους και τον έβαλα στο βιβλίο μου επειδή κι εγώ -σεμνά πάντα- φιλοδόξησα να περιγράψω ένα κομμάτι του κόσμου.

    Tι ελπίζετε να αποκομίσει κάποιος διαβάζοντας το βιβλίο σας; Το έγραφα  12 χρόνια, και θα ολοκληρωθεί ως έκδοση σε 3 τόμους των 370 σελίδων ο καθένας. Φιλοδοξεί να μας διασκεδάσει και να μας συγκινήσει. Ήθελα να πω συναρπάσει, αλλά θα φανεί υπερβολή. Ήθελα πάντως να μεταδίδει αυτό που ένιωσα εγώ, νεότερος, διαβάζοντας βιβλία, να σε βάζει σε έναν άλλο κόσμο.

    Πιστεύετε ότι η κοινωνία σήμερα παίζει θέατρο; Πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε και να ξεχωρίσουμε τη γνησιότητα σε έναν άνθρωπο; Βεβαίως παίζει. Μόνο έτσι μπορούμε να ζούμε ήρεμα, επειδή αποδίδουμε τα φαινόμενα σε αιτίες. Κλέβουμε όμως και σκοτώνουμε όπως οι πρωτόγονοι. Είδα μια ταινία στην οποία ένας πάει τα παιδάκια του στο σχολείο και μετά διευθύνει από το κλιματιζόμενο γραφείο του μη επανδρωμένα αεροπλάνα, ντρόουν, εξοπλισμένα με πυραύλους που σκοτώνουν τα παιδάκια άλλων στην έρημο. Είναι ή δεν είναι αυτό θέατρο της οικουμένης; Τόση επιστήμη, τόση κλασική παιδεία, και δεν μετακίνησαν ούτε χιλιοστό την προσήλωσή μας στη βία. Έχουμε αναπτύξει τις επιστήμες και τις τέχνες, έχουμε καλυτερεύσει τη ζωή, αλλά δεν απομακρυνθήκαμε από τη βία, τη μισαλλοδοξία, το ρατσισμό, τον ανταγωνισμό, τη μεταφυσική σκέψη, και τη μαντεία.

    Μπορείτε να μας αναφέρετε κάποια αγαπημένα σας έργα και τους λόγους που σας έκαναν να τα αγαπήσετε; Η γυναίκα της Ζάκυνθος του Σολωμού επειδή είναι σαν ψάρι που έχει ξεραθεί στον ήλιο: διατηρεί όλη τη γεύση του καλού λόγου χωρίς τα υγρά που τον αραιώνουν, τη φλυαρία εννοώ. Ο Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ είναι αξεπέραστος ως τρόπος δουλειάς: έχει όλες τις πληροφορίες για τους φυσητήρες συν μια στερεή ιστορία. Ο ήρωας, ο Ισμαήλ, σώζεται μέσα σε ένα φέρετρο, όταν η φάλαινα βουλιάζει το πλοίο τους. Μπορώ να συνεχίσω, αλλά δεν χρειάζεται φαντάζομαι.

    Η λογοτεχνία δύναται να προσφέρει μία διέξοδο στα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κόσμος αυτές τις μέρες; Τι προσφέρει, κατά τη γνώμη σας; Όχι. Ο Πλάτων είχε επισημάνει ότι ο άνθρωπος, ιδίως αν ξέρει πως δεν θα τον τσακώσουν, προτιμά να αδικήσει παρά να αδικηθεί. Να κερδίσει, να τρώει το γλυκόμηλο και οι υπόλοιποι σκουπίδια. Γι’ αυτό και οι ιδεολογίες που υπόσχονται τη λύση σε όλα δεν έχουν πετύχει πουθενά. Δεν λαμβάνουν υπόψη τον παράγοντα άνθρωπο. Η λογοτεχνία όμως είναι σπουδαίο εργαλείο για να διευρύνει τον ατομικό μας κόσμο, να μας παρηγορήσει όταν χρειάζεται και να κοσμήσει τη χαρά μας άλλες στιγμές.

    Ποια είναι τα σχέδια σας για το μέλλον; Να κάνω ό,τι πρέπει για να παραμείνω υγιής, να ταξιδέψω όπου μπορώ, να διαβάσω, κι όταν γεμίσει το μυαλό με εικόνες να γράψω.