Μαριάλένα Σεμιτέκολου: «Η σχέση μου με την λογοτεχνική παράδοση είναι μάλλον άτακτη και παιγνιώδης»

    Συνέντευξη: Σοφία Ζήση
    E: [email protected]

    Η Μαριαλένα Σεμιτέκολου πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα Οι Κυριακές το Καλοκαίρι από τις εκδόσεις Ίκαρος. Σ’ ένα σύμπαν που ο πυρήνας του «βράζει», και μιας ημέρας που όλα κινούνται με ήμερους ρυθμούς σαν να μη συμβαίνει τίποτα, μα όλα συμβαίνουν, η συγγραφέας διαχειρίζεται με απλότητα την καθημερινότητα του κεντρικού της ήρωα, της Μαρίνας.

    Στο βιβλίο σας χρησιμοποιείτε τον ενεστώτα χρόνο και λιτό λεξιλόγιο, πράγμα που προσδίδει μια αμεσότητα στην αφήγησή σας. Είναι στόχος για σας η απλότητα στο ύφος; Τι νόημα θα είχε μια ιστορία της οποίας η γοητεία και το ενδιαφέρον θα εξαντλούνταν στο εξεζητημένο ύφος της αφήγησης; Θαυμάζω τις ιστορίες στις οποίες το ύφος υπηρετεί τις ανάγκες της αφήγησης και όχι το αντίστροφο. Η Κυριακή της Μαρίνας είναι μια λιτή Κυριακή, και κυρίως ενεστωτική στον τρόπο που βιώνεται από αυτήν, παρά τις αναδρομές της στο παρελθόν και τις ονειρικές της διαδρομές. Η Μαρίνα είναι μια ηρωίδα απλή, χωρίς ναρκισσισμούς και πόζες. Είναι μια ηρωίδα που σχεδόν συνειδητά απαρνιέται το ‘βάθος’ της ή την αφηγηματική της υπόσταση. Ελπίζω η αμεσότητα και η λιτότητα που διακρίνατε στο ύφος της αφήγησής μου να αποδίδουν πιστά την ιδιαίτερη αυτή φύση της ηρωίδας μου και της καλοκαιρινής Κυριακής της.

    Κάθε μία από τις ενότητες του βιβλίου (Πρωί, Μεσημέρι, Απόγευμα, Βράδυ, Δευτέρα) ξεκινάει με τους στίχους ενός τραγουδιού εν είδει επιγράμματος. Πώς επιλέξατε τα συγκεκριμένα τραγούδια; Τα συγκεκριμένα – αγαπημένα – τραγούδια αναδύθηκαν αυθορμήτως μεν, αλλά καθόλου τυχαία, φαντάζομαι. Οι στίχοι τους συνδέονται άμεσα με το κείμενο: το κοιτούν λοξά ή/και το ειρωνεύονται (Πρωί, Δευτέρα), το περιγράφουν, δίνοντάς του μια νότα εσωτερική (Μεσημέρι), κάνουν για χάρη του κειμένου μια επίκληση /προσευχή (Απόγευμα) και συνηχούν μαζί του, συνοψίζοντάς το με εξαιρετική απλότητα (Βράδυ).

    Πόσος καιρός χρειάστηκε για να γράψετε την ιστορία της Μαρίνας; Η ιστορία γράφτηκε σε δύο φάσεις (πρωί – μεσημέρι και απόγευμα-βράδυ-Δευτέρα). Κάθε μία από τις φάσεις αυτές γράφτηκε μάλλον γρήγορα, σχεδόν εντατικά. Όμως μεταξύ των δύο φάσεων κύλησε πολύς χρόνος και υπήρξε μια μεγάλη παύση, έτσι που τελικά η Κυριακή της Μαρίνας είχε διάρκεια πολύ μεγαλύτερη από 24 ώρες…

    Η αφήγησή σας δίνει την εντύπωση πως συνειδητά αποφεύγει το κυνήγι της πρωτοτυπίας. Υπάρχουν στιγμές που σας ελκύει η ιδέα να γράψετε κάτι που δεν έχει γραφτεί ποτέ ξανά με τον ίδιο τρόπο; Δεν είμαι σίγουρη τι εννοείτε με τη λέξη «πρωτοτυπία» ή αν μπορεί κανείς να μιλά ακόμα για «πρωτότυπη γραφή». Με ελκύει η ιδέα να γράφω με ένα ύφος που δεν ποζάρει και δε μιμείται μηχανικά. Θέλω να αποφεύγω συνειδητά την αίσθηση της ανίας, του μονοκόμματου και του πρόχειρου, κάτι που νιώθω να συμβαίνει όταν χάνω τον συναισθηματικό μου συντονισμό με ό,τι γράφω.

    Μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει το βιβλίο σας νοσταλγικό, εξομολογητικό, συνειρμικό, μινιμαλιστικό. Εσείς πώς θέλετε να χαρακτηριστεί; Θα μου αρκούσαν τρεις λέξεις για τον χαρακτηρισμό του βιβλίου: ειλικρινές, λεπτοδουλεμένο, συγκινητικό. Θα τις ήθελα και τις τρεις σφικτά πλεγμένες τη μια με την άλλη. Μου αρέσουν, επίσης, πολύ όλοι οι χαρακτηρισμοί που επιλέξατε!

    Νιώθετε πως η γραφή σας τοποθετείται στο πλαίσιο κάποιου λογοτεχνικού ρεύματος; Ποια η σχέση σας με την λογοτεχνική παράδοση εντός και εκτός Ελλάδας; Νιώθω πως η ερώτησή σας είναι φιλολογικής φύσης. «Κουμπώνομαι», λοιπόν, απέναντί της, επειδή δεν προέρχομαι από τον χώρο αυτό των γραμμάτων, που θα μου επέτρεπε να απαντήσω με την ακρίβεια και την επάρκεια που θα ήθελα. Επιπλέον δεν ξέρω σε τι θα με βοηθούσε η αυτό-ένταξή μου σε κάποιο λογοτεχνικό ρεύμα. Η σχέση μου (ως αναγνώστρια) με την λογοτεχνική παράδοση εντός και εκτός Ελλάδας είναι μάλλον άτακτη και παιγνιώδης: κάνω τις διαδρομές μου από βιβλίο σε βιβλίο, χωρίς συγκεκριμένο πρόγραμμα και χωρίς κάποια αυστηρή προσήλωση στο τι «πρέπει» ή όχι να διαβαστεί. Αυτή η επιλογή μού έχει κοστίσει φαντάζομαι κάποιες ίσως σοβαρές αναγνωστικές ελλείψεις, αλλά τις αναπληρώνω, νιώθοντας την πολυτέλεια ενός ερασιτέχνη, και όχι ενός επαγγελματία (της γραφής και της ανάγνωσης).

    Είναι μοναχική δουλειά για σας το γράψιμο; Χρειάζεται να απομονωθείτε για να γράψετε; Δυσκολεύομαι να φανταστώ το γράψιμο ως κάτι συντροφικό! Χρειάζεται να είμαι «μόνη», όταν γράφω, είτε κυριολεκτικά, είτε στο μυαλό μου (ενόσω κάνω άλλα, άσχετα πράγματα). Όμως δεν απομονώνομαι απαραίτητα. Έχει τύχει, ας πούμε, να γράψω μια ολόκληρη σελίδα ενώ δίπλα μου έπαιζε με φωνές και γέλια μια παρέα μικρών παιδιών ή αρκετές φορές, στριμωγμένη μέσα στο λεωφορείο, να γράφω προτάσεις με το νου μου. Πρόκειται για μια συνθήκη μοναδικής συγκέντρωσης, πολύτιμης και σχεδόν μαγικής, που ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σε επισκεφτεί.

    Μια φράση από το βιβλίο σας που θεωρείτε ότι το συνοψίζει (εκτός από τον τίτλο του); «Ανιχνεύει με τα μάτια της τους τοίχους γύρω γύρω, τους σαρώνει με το βλέμμα, τους ψηλαφίζει με τα χέρια να βρει κάποια τρύπα, ένα άνοιγμα ν’ αρχίσει να το ανασκαλεύει υπομονετικά για να το μεγαλώσει και να μπει λίγος αέρας, να φωτίσει μια χαραμάδα φωτός».

    Η Μαριαλένα Σεμιτέλου γεννήθηκε το 1973 και μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης από όπου απέκτησε το διδακτορικό της δίπλωμα στη συναισθηματική ανάπτυξη των πρώτων βρεφικών χρόνων. Έχει διδάξει μαθήματα Ψυχολογίας και Ποιοτικής Μεθοδολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράλληλα έχει δουλέψει ως ψυχολόγος-ερευνήτρια σε προγράμματα που αφορούν την ενδυνάμωση κοινωνικά ευπαθών ομάδων. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως ψυχολόγος. Είναι παντρεμένη και έχει δύο κόρες.