Τι σημαίνει διαδικτυακό ραδιόφωνο;

    © Toni Demuro
    Κείμενο: Τζο Γανοπούλου ([email protected])

    Στο ραδιόφωνο, μιλώντας επικοινωνιακά, διακρίνουμε το βασικό γνώρισμα των ΜΜΕ κατά το οποίο ο πομπός μπορεί να επικοινωνεί ταυτόχρονα με ένα πλήθος από δέκτες, σε μια μεγάλη απόσταση. Η ευελιξία του αυτή, επιτρέπει στον ακροατή να επιδίδεται και σε άλλες δραστηριότητες, ενώ ταυτόχρονα ακούει.

    Παλιότερα, μάλιστα το ραδιόφωνο ήταν μια δραστηριότητα ομαδική. Αργότερα, με τη δημιουργία μικρότερων συσκευών, και δια μέσου της φορητότητας που προέκυψε, το ραδιόφωνο απέκτησε μια πιο μοναχική υπόσταση, που έφερε επαγωγικά τον ακροατή αντιμέτωπο με το παράδοξο του ό,τι ενώ το ακροατήριο μπορεί να αποτελείται από εκατομμύρια ανθρώπους, το μέσο επιμένει να απευθύνεται στον καθένα ατομικά. Επιπλέον, η έλλειψη οπτικότητας, όχι μόνο διεγείρει τη φαντασία, αλλά ενδέχεται και να την εκτρέπει.

    Η τεχνολογία συνέχισε να προχωράει με γρήγορους ρυθμούς, κι η εξέλιξη που εν προκειμένω μας αφορά είναι η δημιουργία των διαδικτυακών πλέον ραδιοφώνων/ aka web radios. Έκαναν την εμφάνισή τους στην Ελλάδα με την πρώτη μεγάλη έκρηξη του διαδικτύου, πριν από μερικά χρόνια, και γρήγορα άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, θυμίζοντάς μας με έναν τρόπο τους πειρατικούς σταθμούς του ’70.

    Βασικό γνώρισμα ενός web σταθμού είναι η ευελιξία που δίνει στους διαχειριστές – ομιλητές του, ώστε να ξεφεύγουν από τις αυστηρώς συμβατικές νόρμες της -παραδοσιακής- ραδιοφωνίας.

    Σημαντικός παράγοντας στάθηκε το χαμηλό κόστος, αφού για να στηθεί αρχικώς ένα web radio, θα χρειαστεί ένα pc, ένα μικρόφωνο, ένα υποτυπώδες site, και μια παροχή streaming από αντίστοιχη εταιρεία. Το κόστος καθορίζεται από την ποιότητα του streaming, αλλά κ’ από τον αριθμό σαν σύνολο των ακροατών. Συνυπολογίζοντας λοιπόν τα έξοδα συντήρησης του server, το κόστος μπορεί να ξεκινήσει από τα 50 ευρώ κ’ να ξεπεράσει ακόμη κ’ τα 1000 ευρώ τον χρόνο.

    Τόσο ερασιτεχνικά όσο κι επαγγελματικά projects, ποικιλομορφία μουσικών ειδών, μεγαλύτερη ελευθερία λόγου, αντισυμβατικότητα κατά κόρον όσων αφορά στο εξαναγκαστικό master playlists που επιβλήθηκε στα FM πριν από λίγα χρόνια, ανάλογα κάθε φορά και το ύφος του εκάστοτε σταθμού, μη επιτρέποντας πλέον στους παραγωγούς να προτείνουν μουσικές κι ακυρώνοντας κατ’ αυτό το τρόπο σημαντικό κομμάτι της δουλειάς τους, είναι λίγα από τα βασικότερα στοιχεία που οδήγησαν τόσο παραγωγούς όσο κι ακροατές σε μία πιο απλή αλλά ταυτόχρονα κ’ πιο διαπροσωπική σχέση πομπού – δέκτη, με τη χρήση μιας εύκολης σε όλους διαδικτυακής μηχανής κ’ το απλό πάτημα ενός link. Η άνοδος ωστόσο των social media, συνέβαλε κι αυτή με τον τρόπο της στη διαπροσωπική αυτή σχέση, δίνοντας εικόνα και αμεσότητα. Ο ρόλος του ακροατή, αν και είναι πιο περίπλοκος και μεταβλητός από τον καταναλωτή κάποιου άλλου ΜΜΕ, μπορεί να εκληφθεί ως πιο ενεργητικός πλέον, κι αυτό διότι τα web radios άνοιξαν έναν δρόμο διαδραστικότητας θα λέγαμε, υπογραμμίζοντας και τους δύο ρόλους ως ισάριθμους κατά μία έννοια, σε πλαίσια πιο ανθρώπινα και βατά.

    Εν κατακλείδι, τα ελληνικά web radios στηρίζονται κατά βάση στο μεράκι των ανθρώπων που τα αποτελούν. Οι νέες εφαρμογές, ο χείμαρρος των social media, οι δυνατότητες των κινητών τηλεφώνων αλλά και τα net radios που αρχίζουν κι αυτά με τη σειρά τους να μπαίνουν στα αυτοκίνητα, είναι στοιχεία που μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως το ίντερνετ μέσα σ’ άλλα, έφερε θετικά αποτελέσματα και στον τομέα αυτό, σηματοδοτώντας και την έναρξη μιας εποχής κατά την οποία τα web radios έκαναν αίσθηση διόλου τυχαία, και στα σίγουρα ήρθαν για να μείνουν.