Διαβάσαμε το μυθιστόρημα «Αυτή τη νύχτα την είδα» του Ντράγκο Γιάντσαρ

Κείμενο: Γιάννης Ζαραμπούκας
[email protected]


Λίγους μήνες πριν, κάνοντας μία μικρή βόλτα στα βιβλιοπωλεία της πόλης μου, τυχαία βρέθηκα σε ένα απ’ αυτά τη στιγμή που τοποθετούνταν στο ράφι οι νέες κυκλοφορίες από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Το μάτι μου έπεσε αμέσως επάνω σε ένα μυθιστόρημα ο τίτλος του οποίου μου φάνηκε εξαρχής κάπως αινιγματικός, ενώ σε συνδυασμό με το περίεργο, τουλάχιστον στα μάτια μου, όνομα του συγγραφέα, το οποίο και συναντούσα για πρώτη φορά, πυροδότησαν την αναγνωστική μου περιέργεια με αποτέλεσμα να αποκτήσω αμέσως το συγκεκριμένο βιβλίο.

Πρόκειται για το μυθιστόρημα του Σλοβένου συγγραφέα Ντράγκο Γιάντσαρ που κυκλοφόρησε σε μετάφραση της Λόισκα Αβαγιανού με τίτλο «Αυτή τη νύχτα την είδα», μυθιστόρημα που του χάρισε το βραβείο καλύτερου ξενόγλωσσου μυθιστορήματος στη Γαλλία το 2014. Αν και ο συγγραφέας αποτελεί μία απ’ τις κορυφαίες λογοτεχνικές φωνές της χώρας του και γενικότερα της Κεντρικής Ευρώπης, σε εμάς ήταν παντελώς άγνωστος μέχρι πρότινος. Την γνωριμία με το αναγνωστικό κοινό ανέλαβαν οι Εκδόσεις Καστανιώτη σε μία πραγματικά προσεγμένη έκδοση και ειδικότερα μετάφραση! Νιώθω πραγματικά τυχερός που εμπιστεύτηκα το ένστικτο μου και έδωσα μία ευκαιρία στο μυθιστόρημα αυτό.

Το «Αυτή τη νύχτα την είδα» είναι ένα αμιγώς ιστορικό μυθιστόρημα, με μία υποβόσκουσα αστυνομική χροιά, το οποίο έχει βασιστεί σε πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι ένα μυθιστόρημα πολυφωνικό και ομιχλώδες, αφού ο συγγραφέας μέσα απ’ τις υποκειμενικές αφηγηματικές φωνές πέντε μυθιστορηματικών ηρώων, προσπαθεί να σκιαγραφήσει τον χαρακτήρα της Βερόνικας Ζάρνικ, της ουσιαστικής πρωταγωνίστριας του βιβλίου, το όνομα της οποίας έχει συνδεθεί με ένα πλήθος ερωτηματικών λόγω της αιφνίδιας εξαφάνισης της ίδιας και του συζύγου της, ένα χειμωνιάτικο βράδυ του ’44, από τον πύργο στον οποίο κατοικούσαν το τελευταίο διάστημα , στο βόρειο τμήμα της Σλοβενίας.

Το «Αυτή τη νύχτα την είδα» αποτελεί θα έλεγα ένα παζλ τα κομμάτια του οποίου θα κλιθεί να τα τοποθετήσει σε σειρά ο εκάστοτε αναγνώστης που θα επιλέξει να το διαβάσει.    Κάθε αφήγηση κι ένα κομμάτι του παζλ, που πρέπει να μπει στο σωστό σημείο, στη σωστή θέση ώστε να διαλυθεί η ομίχλη που επικρατεί γύρω απ’ την φιγούρα της Βερόνικας. Η Βερονίκα ως μυθιστορηματικός χαρακτήρας παρουσιάζει τρομερό ενδιαφέρον κι αυτό γιατί ήταν μία γυναίκα άυλη και άπιαστη, που είχε κατασκευάσει έναν όλοδικό της κόσμο, μέσα στον κόσμο των άλλων, όπου και κατοικούσε ακολουθώντας τα θέλω και τα όνειρα της, κι ας συγκρούονταν αυτά με τις επιβολές της κοινωνίας! Μία γυναίκα γεμάτη μυστήριο, η παρουσία της οποίας παραμένει για καιρό χαραγμένη στη μνήμη των αρσενικών, μία γυναίκα κάπως εγωίστρια και πεισματάρα, γυναίκα με πάθος, που ζει τη ζωή της στο έπακρο αγνοώντας τον συντηρητισμό της εποχής της. Μία γυναίκα που λατρεύει και μάχεται για την προσωπική της ελευθερία, όποιο και αν είναι το κόστος.

Τη γυναίκα αυτή λοιπόν προσπαθούν και καταφέρνουν να μας παρουσιάσουν με επιτυχία, φυσικά μέσα απ’ τη δική τους προσωπική και υποκειμενική ματιά, οι πέντε αφηγητές του βιβλίου, για τον καθένα απ’ τους οποίους η Βερόνικα διαδραμάτισε έναν εντελώς διαφορετικό ρόλο στην καθημερινότητα του. Η αρχή γίνεται μέσα απ’ την αφήγηση του Στέβαν Ραντοβάνοβιτς ή αλλιώς Στέβο, όπως τον αποκαλούσε και η Βερόνικα. Ο Στέβο είναι ο καλύτερος Σέρβος αξιωματικός του ιππικού, ο οποίος αναλαμβάνει μία κάπως ασυνήθιστη αποστολή-εντολή, ειδικά αν αναλογιστούμε την έκρυθμη εποχή στην οποία ζουν οι ήρωες του βιβλίου. Συγκεκριμένα, ο Στέβο αναλαμβάνει να διδάξει στην Βερόνικα πως να ιππεύει. Μέσα απ’ τις καθημερινές σχεδόν συναντήσεις τους, θα αναπτυχθεί μεταξύ τους ένας δυνατός ερωτικός δεσμός, ο οποίος θα οδηγήσει την Βερόνικα στο να εγκαταλείψει τον σύζυγο της και να ζήσει στο πλευρό του Στέβο. Το σκάνδαλο όμως αυτό, θα έχει δυσμενή αποτελέσματα και στην καριέρα του αξιωματικού, ο οποίος θα χάσει τον τίτλο του και θα μετατεθεί σε μία μικρή επαρχιακή πόλης του Νότου! Ο Στέβο όντας πια αιχμάλωτος ως πρώην ενταγμένος των αντιστασιακών δυνάμεων με το μέρος του εξόριστου βασιλιά μετακινείται από στρατόπεδο σε στρατόπεδο και μας αφηγείται το χρονικό του πάθους που αναπτύχθηκε ανάμεσα σε ‘κείνον και τη Βερόνικα.

Στη συνέχεια, η σκυτάλη της αφήγησης περνά στα χέρια της μητέρας της Βερόνικας, η οποία ούσα πια χήρα κατοικεί σε ένα διαμέρισμα στη Λουμπλιάνα και βιώνει απέραντη μοναξιά, γεγονός που διαφαίνεται έντονα απ’ τη συνήθεια να μιλά διαρκώς στον νεκρό της σύζυγο. Η μητέρα της Βερόνικας αναπολεί τις τελευταίες στιγμές της κόρης της στον πύργο, ενώ το ερώτημα για το τι απέγινε εκείνη κι ο γαμπρός της, την βασανίζει συνεχώς…

Ως τρίτος αφηγητής παρουσιάζεται ο Γερμανός στρατιωτικός γιατρός, ο Χορστ, ο οποίος είναι απόστρατος πια και κατοικεί στο Μόναχο, προσπαθώντας να ξεφύγει απ’ το παρελθόν του. Ένα γράμμα όμως γίνεται η αιτία που πυροδοτεί ένα ταξίδι στις αναμνήσεις του και να θυμηθεί τον πλατωνικό του έρωτα για την Βερόνικα, την οποία και συναντούσε ως καλεσμένος στον πύργο σε λουκούλλεια δείπνα, καθώς και σε μουσικές και ποιητικές βραδιές, όπου οι καλεσμένοι απαρτίζονταν από εκκεντρικούς καλλιτέχνες, σημαντικές προσωπικότητες, καθώς και από Γερμανούς αξιωματικούς. Ο έρωτας του για ‘κείνη ήταν τόσο δυνατός, που διαδραμάτισε τον ρόλο του μεσολαβητή, όταν ένας εργάτης του πύργου, ο Γέρανεκ, συνελήφθη από την Γκεστάπο λόγω της συνεργασίας του με την κομμουνιστική αντίσταση.

Τη σκυτάλη της αφήγησης αναλαμβάνει η Γιόζι καμαριέρα του πύργου, η οποία μέσα απ’ την δική της ματιά μας παρουσιάζει την αγνωμοσύνη του Γέρανεκ, του πέμπτου και τελευταίου αφηγητή του βιβλίου, ο οποίος όντας πια ηλικιωμένος, ζει ως επιζώντας αυτού του πολέμου με την ντροπή για τις πράξεις του να τον βαραίνουν. Ο Γέρανεκ δείχνει μία μικρή μετάνοια για τον ρόλο που διαδραμάτισε στην επιχείρηση Ποντγκόρσκο, αναμνήσεις απ’ την οποία ανακαλεί και μας τις περιγράφει, βλέποντας παράλληλα τους συναγωνιστές του να φεύγουν ένας-ένας από τη ζωή.

Ο Σλοβένος συγγραφέας, Ντράγκο Γιάντσαρ μέσα απ’ τις πέντε πρωτοπρόσωπες αφηγηματικές φωνές δημιουργεί μία έντονα εξομολογητική ατμόσφαιρα, κι ένα βαθύ αίσθημα μελαγχολίας που κυριαρχεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης! Ο λόγος του συγγραφέα αρκετά γλαφυρός, ισορροπεί αριστοτεχνικά μεταξύ της ποιητικότητας και του ρεαλισμού, δημιουργώντας ειλικρινά ένα γοητευτικό μυθιστόρημα, το οποίο καλλιεργεί τη σκέψη, προβληματίζει και γεννά άπειρα συναισθήματα! Μέσα απ’ τις πέντε εξομολογήσεις και τις προσωπικές αυτές τοποθετήσεις, ο συγγραφέας έχει την ευκαιρία να αναφερθεί σε ποικίλες εκφάνσεις των ανθρώπινων σχέσεων, όπως η φιλία και ο έρωτας, καθώς και σε θέματα όπως αυτό της μνήμης που άλλοτε συντροφεύει κι άλλοτε στοιχειώνει τους ανθρώπους!

Ολοκληρώνοντας, λοιπόν, το «Αυτή τη νύχτα την είδα» είναι ένα ιδιαίτερο ιστορικό μυθιστόρημα που αποτέλεσε για μένα μία μεγάλη αναγνωστική έκπληξη! Είναι σίγουρα ένα απ’ τα ωραιότερα βιβλία που διάβασα φέτος και πιστεύω πως δεν θα αφήσει ασυγκίνητο κανέναν απαιτητικό αναγνώστη! Διαβάστε το!