Διαβάσαμε το βιβλίο «Ο έρωτας του Καβάφη» (εκδ. Πηγή)

Κείμενο: Θοδωρής Μπόνης
[email protected]

Το ερωτικό στοιχείο διατρέχει ποικιλότροπα το σύνολο του καβαφικού έργου είτε ο ποιητής απευθύνεται σε κάποιο πρόσωπο είτε λαμβάνει χώρα μία ερωτική σκηνή ή συνάντηση. Το αντικείμενο του πόθου προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα στον συγγραφέα, τα οποία εναλλάσσονται και ανατρέπονται ανάλογα με τη διάθεσή του. Καθοριστικό ρόλο επιτελεί η μνήμη, η οποία αναλαμβάνει να προβάλει στιγμές συναισθηματικής δόξας κατά τη νεανική ηλικία ανάγοντας το παρελθόν σε σφαίρα επιρροής του παρόντος. Ο ποιητής αποδέχεται το πλήρωμα του χρόνου και το πεπερασμένο του έρωτα αλλά αδυνατεί να αποβάλει την πηγαία επιθυμία να επιστρέψει –έστω και φαντασιακά– στο ποθούμενο σώμα. Δεν θα ήταν, άλλωστε, άτοπο αν υποστηρίζαμε ότι η καβαφική αισθητική θεμελιώνεται στο αρχαιοελληνικό κάλλος, στον θαυμασμό για το ανθρώπινο σώμα. Στους δύο πρώτους στίχους του ποιήματος «Διακοπή» διαβάζουμε:

Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς,
τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.

Φλερτάροντας με την αισθητική του Καντ, ο Καβάφης αναστοχάζεται πάνω στο γυμνό σώμα. Εδώ, το αυθόρμητο, το πρόσκαιρο, το διαχυτικό, το υποκειμενικά ωραίο τον γοητεύουν και τον διεγείρουν αλλά καθιστούν μετέπειτα δυσφορική την ύπαρξη στο καθεστώς της απώλειας. Αυτό διαφαίνεται στο ποίημα «Κεριά» όπου τα σβησμένα κεριά, που συμβολίζουν το παρελθόν, προκαλούν θλίψη:

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Στο βιβλίο «Ο έρωτας του Καβάφη. Τα ηδονικά και ερωτικά του Αλεξανδρινού ποιητή» που κυκλοφορείται από τις εκδόσεις Πηγή επιχειρείται η συγκέντρωση σε έναν τόμο των ποιητικών συνθέσεων που συνομιλούν για το πλατωνικό βίωμα της ερωτικής έλξης. Η ποίηση για τον Καβάφη αποκτά εργαλειακό χαρακτήρα, γίνεται το καταφύγιο της εκτόνωσης, της εξωτερίκευσης των ασίγαστων πόθων γύρω από τους οποίους περιβάλλεται ο συγγραφέας και επιστρέφει ξανά και ξανά:

Επέστρεφε ξανά και παίρνε με τη νύχτα.
Όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται.

Δεν είναι μόνο ο νους αλλά και το ίδιο το σώμα που θυμάται, προσμένει και αισθάνεται τη μη πληρότητα. Στο βιβλίο περιλαμβάνεται ο πρόλογος διά χειρός Αναστασίας Μανώλη από όπου αξίζει να αναφερθούμε στην προσέγγισή της περί μετατόπισης της σαρκικής έκστασης στην ψυχή:

«Με αυτόν τον τρόπο, της επαναληπτικότητας, ξαναβιώνει τον έρωτα χωρίς να είναι πλέον η σάρκα το επίκεντρο, που τόσο δόξασε σε αλλοτινές ημέρες, αλλά γεννάται μια νέα συγκινησιακή κατάσταση που εμπίπτει από την απουσία του έρωτα και ρίχνει τον ποιητή σε μια εκστατική μελαγχολία ανάλογη με αυτήν που νιώθουν οι μοναχοί των πίστεων του κόσμου στους Αιώνες, για την Απουσία του Θεού κατά τη σκοτεινή νύχτα της ψυχής».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται, τέλος, η σκέψη του Γιώργου Ιωαννίδη στο επίμετρο με τίτλο «Μνήμη και Μελαγχολία στον Καβαφικό Άνθρωπο» όπου πολύ εύστοχα παρατηρεί ότι ο Καβάφης προσδίδει στο νεανικό κορμί μία νέα, υπερ-σαρκική ιδιότητα –αυτή της αντιστράτευσης της κοινωνικής ηθικής της εποχής του:

«Ο έρωτας του Καβάφη διαθέτει κάτι το Πλατωνικό, καθότι τον βιώνει κατά τα λόγια της Διοτίμας (Συμπόσιο, 203c) όχι σαν απόγονο της Αφροδίτης, μα αυτής της Πενίας, ως στέρηση δηλαδή, ως τη σκληρή αλήθεια για την απουσία ένωσης με το ποθούμενο άλλο. Μπροστά σ’ αυτό το ανεκπλήρωτο ο ποιητής (μετά)πλάθει τα κορμιά σαν εργαλεία ελευθερίας στον κατά τα άλλα βαρύ μοναχισμό του».