Μια στιγμή στη μέρα: Ανδρέας Καραντώνης, Χριστουγεννιάτικη αγριόπαπια

Σε λίγο μας ζυγώνει ο Φατούρος κρατώντας το σκοτωμένο πουλί. Μια κόκκινη γραμμή χαράζεται με σταλαγματιές στο χιόνι. Ο Φατούρος είναι ιδρωμένος, καραματωμένος, λαχανιασμένος, αποχαυνωμένος, σα λαγωνικό που εξαντλήθηκε σ’ ένα πολύωρο κυνήγημα. Δεν μπορεί να μας μιλήσει. Μας κοιτάζει όλους μ’ ενα ύφος ενοχής και θριάμβου. Κρατάει το πουλί στην αγκαλιά του, σφιχτά, σχεδόν με στοργή, σαν να φοβάται πως θα του το πάρουν.

Ξαναπαίρνει, τέλος, τη θέση του στη φάλαγγα, και περπατά μπρος μου, ανασαίνοντας δύσκολα. Ο Βασιλειάδης εξακολουθεί να του κρατάει το γυλιό, κι έτσι ο Φατούρος μπορεί να βαστάει την αγριόπαπια, κρατώντας την πότε κάτω από τη μία, πότε κάτω από την άλλη αμασχάλη του. Το κεφάλι της, με το μακρύ λαιμό, κρέμεται προς τη γη και ταλαντεύεται θλιβερά, καθώς περπατά ο Φατούρος σκύβοντας, σα να θέλει να χαθεί από μπροστά μας.

Όπου μας πλησιάζει ο διμοιρίτης μας. Το πρόσωπο του είναι σκοτεινό, σαν σύννεφο έτοιμο να ξεσπάσει. Περπατάει για λίγο αμίλητος, κοιτάζει επίμονα το Φατούρο και τέλος του λέει ψυχρά:
«Γιατί παράκουσες, Φατούρο, τη διαταγή και πυροβόλησες;»
Μιλιά ο Φατούρος. Παίρνει μονάχα την αγριόπαπια από τη δεξιά αμασχάλη του και τη χώνει στην αριστερή του.
«Με ποιο δικαίωμα, Φατούρο» συνεχίζει ο διμοιρίτης «ξόδεψες ένα βόλι απ’ αυτά που σου εμπιστεύθηκε η πατρίδα μας για να την υπερασπιστείς; Νομίζεις πως έχουμε τόσα πολλά βόλια να τα χαλάμε για το κέφι μας; Καταλαβαίνεις τι έκαμες, τι παράδειγμα έδωσες; Πες μου τώρα μόνος σου, πρέπει ή δεν πρέπει να σε στείλω στο στρατοδικείο;»
«Πρέπει, κύριε ανθυπολοχαγέ» απαντάει ο Φατούρος, και ξαναβάζει την αγριόπαπια κάτω από τη δεξιά του αμασχάλη. «Τώρα καταλαβαίνω τι έκαμα…»
«Εσείς τι λέτε, παιδιά; Τι λες εσύ, Βασιλειαδη;»
Ο Βασιλειάδης ήταν ο πιο παλιός της ομάδας μας, έξυπνος, καλός και πολύπειρος, σα θυρωρός δα που ήταν του «Πειραϊκού Συνδέσμου». Γι’ αυτό όλοι υπολόγιζαν τη γνώμη του.
«Αν ερωτάς εμέ, κύριε ανθυπολοχαγέ, βέβαια έφταιξε ο Φατούρος» απάντησε ο Βασιλειάδης. «Μα τι να σου πω. Μπορεί να φταίω κι εγώ σ’ αυτή την υπόθεση».
«Εσύ; Γιατί;»
«Να, σαν ξεκινούσαμε από τη Βεύη, παραμονή Χριστούγεννα σήμερα, ευχήθηκα να φάμε αύριο αγριόπαπια σαλμί. Σε λίγο, να σου το κοπάδι! Τι να σου κάνει ο Φατούρος; Κυνηγός από τα μικράτα του ειναι, φίλος μου είναι, θα ‘πε μέσα του: “Ας φάει αύριο το μεζέ του ο γερό-Βασιλειάδης”. Και την αμόλησε της αγριόπαπιας».

Γελάσαμε όλοι, χαμογέλασε κι ο δοιμιρίτης, μα δεν είπε τίποτα. Εξακολούθησε να περπατάει δίπλα μας με το κεφάλι σκυμμένο, σαν να σκεφτόταν. Ύστερα λέει:
«Φατούρο!»
«Διατάξτε, κύριε ανθυπολοχαγέ…»
Η αγριόπαπια άλλαξε πάλι αμασχάλη.
«Άκου, Φατούρο. Αν μου υποσχεθείς εδώ μπροστά στα παιδιά πως στο μέτωπο, μεθαύριο, θα κυνηγήσεις με την ίδια λύσσα τον εχθρό όπως κυνήγησες τούτη την αγριόπαπια… τότε, θα τη γλιτώσεις!»
«Να σου υποσχεθώ λέει κύριε ανθυπολοχαγέ; Σου ορκίζομαι σ’ ό,τι έχω πιοιερό!»
«Καλά! Σε πιστεύω! Και τώρα… εμπρός, πέταξε την αγριόπαπια!»
«Να την πετάξω;» τραύλισε ο Φατούρος, και τρίκλισε. «Κι ο μεζές… ο μεζές του γερο-Βασιλειάδη, αύριο Χριστούγεννα; Κι ο… ο… κι ο… μεζές… σαλμί;»

Απόσπασμα από τα Ελληνικά διηγήματα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς Β’ Τόμος από τις εκδόσεις Πατάκη, 1994. Το διήγημα του Ανδρέα Καραντώνη «Χριστουγεννιάτικη αγριόπαπια» πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ραδιοπρόγραμμα», τεύχ. Χριστ. 1953.

Δείτε επίσης