Νίνα Ράπη: «Υπάρχει τώρα ενδιαφέρον για τους σύγχρονους προβληματισμούς στην ελληνική δραματουργία

Πλούσιο το συγγραφικό έργο της βραβευμένης Νίνας Ράπη, η οποία έχει κερδίσει την αναγνώριση των θεατρικών της κειμένων μέσα από σημαντικές και πολυδιάστατες συνεργασίες. Angelstate, Splinters, (Α)βεβαιότητες, Άγριες Νότες, Kiss the Shadow, Reasons to Hide, Edgewise/Ακροβασία, Dreamhouse, είναι κάποια από τα οποία απαρτίζουν την σύγχρονη δραματουργία. Τα έργα της έχουν βραβευτεί, παρασταθεί ή παρουσιαστεί σε χώρους όπως Southbank Centre (London Literature Festival), Soho theatre, Lyric theatre, ICA (Mardi Gras Arts Festival), Riverside studios, Gielgud theatre (West End Shorts/London New Plays Festival) στο Λονδίνο. Παράλληλα, έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά, σλοβάκικα, γερμανικά και πολωνικά.

Με αφορμή το ανοιχτό κάλεσμα σε σπουδάστριες/-στές και σε απόφοιτες/-ους θεατρικών σπουδών, δραματικών σχολών και σεμιναρίων θεατρικής γραφής με το «Outreach Project», η συγγραφέας μίλησε στο tetragwno.gr για το προτζεκτ που δίνει τη δυνατότητα σε νέους συγγραφείς να παρασταθεί το έργο τους, την ατολμία των Ελλήνων παραγωγών, καθώς και για τις διαφορές μεταξύ της χώρας μας και της Αγγλίας στην οποία διέμεινε για αρκετά χρόνια, διδάσκοντας στα Πανεπιστήμια του Λονδίνου και Greenwich.

Μιλήσετε μας για το «Outreach Project».

Είναι ένα πρότζεκτ που στόχο έχει να διευρύνει συνειδήσεις όσον αφορά το τι εστί «κανονικό» και τι «διαφορετικό», μέσα από δημιουργικές επεξεργασίες. Μέσα από τη συγγραφή έργων από άτομα που τώρα ξεκινάνε να γράφουν και θέλουν να εκφράσουν τη διαφορετικότητα διαφορετικά! Να την παρουσιάσουν δηλαδή σαν κάτι φυσικό και όχι τερατουργικό, ώς είθισται. Τείνουμε να θεωρούμε το «διαφορετικό» σαν κάτι που δεν έχει να κάνει με «εμάς». Φυσικά αυτό είναι ένας μύθος. Αυτή η έννοια του «εμείς» είμαστε η κανονικότητα και όλοι οι άλλοι είναι διαφορετικοί δεν είναι μόνο πλαστή αλλά και τρομερά αφελής και σίγουρα μια άρνηση της πραγματικότητας. Η διαφορετικότητα υπάρχει στις πάντες και τους πάντες με κάποια μορφή. Εξαρτάται από ποια ομάδα αποκλείεσαι.

Με ποια κριτήρια απευθύνετε την πρόσκληση και ποιος είναι ο στόχος του ανοιχτού καλέσματος;

Τα άτομα στα οποία απευθύνεται η πρόσκληση πρέπει να έχουν ήδη μια κάποια επαφή με το θέατρο – είτε από Θεατρικές Σπουδές, Δραματική Σχολή ή εργαστήριο θεατρικής γραφής. Το πρότζεκτ προσφέρει τη δυνατότητα σε αυτά τα άτομα να δοκιμάσουν τις συγγραφικές τους ικανότητες αλλά πρέπει πρώτα να παρουσιάσουν μια σύνοψη της ιδέας τους και μια αρχική σκηνή. Αφού επιλεγούν, θα  έχουν ατομικό mentoring στην εξέλιξη του έργου τους, ως την ολοκλήρωση του. Επίσης στα επιλεγμένα άτομα δίνεται η ευκαιρία να παρουσιάσουν το έργο τους σε θεατρικό κοινό και να κριθούν από αυτό (και την κριτική επιτροπή).  Τέλος, το άτομο που έρθει πρώτο σε αυτή τη διαδικασία, θα έχει ένα σκηνοθετημένο αναλόγιο στο θέατρο Vault και έκδοση του έργου του από τις εκδόσεις Άπαρσις. Μια πολύ καλή αρχή πιστεύω.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το πρότζεκτ εμπνεύστηκε και οργανώθηκε από τον Κώστα Θεωνά/Συνέργειες Πολιτισμού. Εκτός από εμένα, διδάσκουν επίσης ο Αντρέας Φλουράκης και η Σοφία Καψούρου.

Παρ’ όλη την πληθώρα Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων, γιατί πιστεύετε πως οι σκηνοθέτες και οι παραγωγοί δεν εμπιστεύονται να επενδύσουν πάνω σ’ ένα νεοελληνικό έργο;

Ίσως είναι φόβος ότι δεν θα βγάλουν τα λεφτά τους. Στην Αγγλία υπήρχε αυτός ο φόβος τη δεκαετία του ’80 όσον αφορούσε τις γυναίκες συγγραφείς. Και βρέθηκε ο τότε καλλιτεχνικός διευθυντής του Royal Court να κάνει μια αρχή και να υποστηρίξει γυναίκες συγγραφείς και γέμισαν τα θέατρα! Στην Ελλάδα επιπλέον πιστεύω ότι παίζει και μια αίσθηση κατωτερότητας – ότι δηλαδή αν είναι ελληνικό, δεν αξίζει… Πολύ κρίμα. Ελπίζω τα χρηματοδοτούμενα θέατρα τουλάχιστον να υποστηρίξουν επιτέλους τη σύγχρονη ελληνική γραφή, να επενδύσουν σε αυτήν συστηματικά, όπως κάνουν οι περισσότερες χώρες του πλανήτη για τη δική τους γραφή.

Εσείς ως θεατρική συγγραφέας, βιώσατε την απόρριψη και την ματαίωση;

Φυσικά. Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν έχει βιώσει απόρριψη. Επιπλέον, στην Ελλάδα ισχύει και το τεράστιο θέμα της αναξιοκρατίας/της κλίκας/του ρουσφετιού που δυσκολεύει πολύ τις δημιουργικές καταστάσεις. Αδημονώ για τη μέρα που υπάρχει αξιοκρατία στην Ελλάδα ή τουλάχιστον δομές που υποστηρίζουν νέα θεατρικά έργα και σέβονται τους συγγραφείς, στάσεις και προσεγγίσεις που αναγνωρίζουν πόσο σημαντικό για τον πολιτισμό μιας χώρας είναι οι νέες ιδέες, οι νέοι τρόποι αφήγησης, η νέα γραφή. 

Διαμένοντας στην Αγγλία, ποιες διαφορές εντοπίζετε ως προς την αντιμετώπιση της σύγχρονης δραματουργίας;

Πολλές. Η Αγγλία στο θέμα της σύγχρονης δραματουργίας είναι άσσος. Βέβαια έχουν μεγάλη ιστορία. Ξεκίνησαν να υποστηρίζουν νέα θεατρικά έργα από τη δεκαετία του ’50 (αλλά κυρίως έργα αντρών ως τη δεκαετία του ’80). Τα περισσότερα θέατρα δέχονται προτάσεις έργων και πάντα απαντούν. Ευγενικά. Εδώ δεν γίνεται αυτό, είναι σαν να μην υπάρχεις. Εκεί, έχουν ένα σύστημα υποστήριξης συγγραφέων – εργαστήρια θεατρικής γραφής, αναγνώσεις έργων σε φιλικό κοινό, σκηνοθετημένο αναλόγιο σε θεατρικό κοινό, script in hand performance, scratch performance, workshop production, φουλ παραγωγή. Εδώ, υπάρχει ελάχιστη θεσμική υποστήριξη για νέα θεατρικά έργα, όπως θα έπρεπε. Μακάρι με τις νέες διευθύνσεις στα κρατικά θέατρα να αλλάξουν κάπως τα πράγματα. 

Στην Αγγλία έχουν καθιερώσει συμβόλαια μεταξύ συγγραφέων και σκηνοθετών για να προστατέψουν τους συγγραφείς από αυθαιρεσίες των σκηνοθετών και παραγωγών. Στην Ελλάδα αντιθέτως γίνονται απίστευτες αυθαιρεσίες από σκηνοθέτες. Πρέπει να πολεμάς για τη συγγραφική σου ακεραιότητα σε κάθε βήμα, ακόμη και για τα αυτονόητα όπως: δεν κόβεις/αλλάζεις κείμενο χωρίς τη συγκατάθεση συγγραφέως, η συγγραφέας έχει δικαίωμα να συμμετέχει στα 2/3 των προβών και στην επιλογή ηθοποιών και προωθητικού υλικού. Βασικά πράγματα.

Εκεί, υπάρχει το Writers’ Guild που καλύπτει πεζογράφους, θεατρικούς συγγραφείς, σεναριογράφους κλπ και έχει πολύ σαφή κριτήρια επιλογής. Τα έχεις; Γίνεσαι μέλος. Εδώ, για να γίνεις μέλος του Σωματείου Θεατρικών Συγγραφέων βιώνεις Καφκικά σενάρια. Ας ελπίσουμε ότι με τον κύριο Μέντη που ανέλαβε διεύθυνση, να αλλάξουν τα πράγματα.

Στην Ελλάδα το κοινό είναι έτοιμο να απορρίψει τα κλασικά έργα παγκόσμιας δραματουργίας, ώστε να στραφεί στην κοινωνία του σήμερα με τους προβληματισμούς, τα ερωτήματα και τη στροφή προς την αποδοχή της διαφορετικότητας;

Τα κλασσικά έργα πάντα θα προσφέρουν μια αφηγηματική και αισθητική ικανοποίηση αλλά και βαρεμάρα αν είναι μουσειακές ή αρπαχτές παραστάσεις. Ο κόσμος δεν είναι ηλίθιος – όση ανάγκη και να έχει να ξεχαστεί με κάτι «σίγουρο». Δεν νομίζω ότι είναι θέμα απόρριψης αλλά συνύπαρξης του παλιού με το νέο. Πιστεύω ότι «ναι», υπάρχει τώρα ένα ενδιαφέρον για σύγχρονους προβληματισμούς. Το βλέπω γύρω μου σε διαφορετικές ηλικίες. Υπάρχει η ώθηση για εξερεύνηση του Άλλου, για αποδοχή – έστω και διστακτικά – αυτού που δεν είσαι εσύ (ή είσαι και δεν το έχεις συνειδητοποιήσει). Εδώ μου αρέσει πολύ η ιδέα του Γιουνγκ – το πως όταν δεν αποδέχεσαι τη Σκιά σου/τη σκοτεινή ανεξερεύνητη σου πλευρά, προβάλεις όλα σου τα αρνητικά στην Ξένη, στον Διαφορετικό.

Ίσως ο κόσμος με την απομόνωση της πανδημίας έκανε μια ενδοσκόπηση, κοίταξε λίγο το τέρας μέσα του και δεν τρομάζει τόσο εύκολα από κάτι αλλιώτικο, θέλει να το πλησιάσει. Αλλά είναι και το πλήρωμα του χρόνου, εξελισσόμαστε.

Ποιες οι δικές σας συγγραφικές αναφορές;

Caryl Churchill, Howard Barker, Genet, Becket, Pinter, Λούλα Αναγνωστάκη.

Στο παρελθόν έχετε βραβευτεί για το έργο σας. Ποια η άποψη σας για τις βραβεύσεις;

Σκεφτόμουν πρόσφατα τα περί βραβείων και με διασκέδαζε. Διότι βραβευτήκαμε με βραβείο κοινού στο Παρίσι για την ταινία μου μικρού μήκους  Stay still so you don’t hurt. Επίσης πήρα ένα βραβείο Best Original Script για το μονόλογο μου Home, Forest, Border, που ήταν και ατομικό και συλλογικό διότι βραβεύτηκαν και άλλοι μονόλογοι από διάφορες χώρες, όλοι μέρος μιας ταινίας μεγάλου μήκους Locked down, Locked in. Με διασκέδαζε η σκέψη γιατί είναι κάπως σαν «να, πάρε ένα λουκούμι.» Έχουν βέβαια την αξία τους τα βραβεία. Σου δίνουν μια αίσθηση αναγνώρισης, μια ικανοποίηση και ίσως οδηγήσουν σε αναθέσεις. Αλλά τελικά δεν πρέπει να τα βλέπουμε σαν κάτι που κρίνει την αξία μας διότι συντελούν πολύ παράγοντες σε αυτά, μεταξύ των οποίων η υποκειμενικότητα, οι συγχρονικότητες, οι πολιτικές θέσεις κλπ. 

Είναι εύκολο να χάσει κανείς το στόχο του και το ζητούμενο του αντικειμένου του;

Εξαρτάται από το πόσο αναγκαίο  σου είναι το ζητούμενο. Αν το ποθείς βαθιά, και να το χάσεις θα το ξαναβρείς. Μπορεί βέβαια πολιτιστικοί, κοινωνικοί, οικονομικοί παράγοντες ή ακόμη και κακοτυχία να κάνουν τα πάντα να σου το στερήσουν αλλά δεν πρέπει ποτέ να παραιτείσαι.

Ποια η γνώμη σας για το κίνημα metoo;

Είναι ένα απαραίτητο κίνημα, μια ιστορική αναγκαιότητα που άργησε να έρθει αλλά ευτυχώς ήρθε. Θαυμάζω τις γυναίκες που βρίσκουν το θάρρος να μιλήσουν ανοιχτά και δημόσια για οποιαδήποτε κακοποίηση έχουν υποστεί. Δεν πρέπει όμως πιστεύω να μείνουμε στην κατάσταση «θύματος».  Επείγει να υποστηριχτούν όλες οι γυναίκες και όποιες άλλες θηλυκότητες βρίσκονται σε «κατάσταση πολιορκίας», να αποκτήσουν agency, δύναμη και δημόσιο λόγο. 

Πιστεύετε στην αλλαγή/κάθαρση στο θέατρο ή είναι μια επίφαση;

Θα ήθελα πολύ να το πιστεύω και σίγουρα υπήρξαν στιγμές ιστορικά που το θέατρο έπαιξε σημαντικό κοινωνικό/πολιτικό ρόλο π.χ. στην Τσεχοσλοβακία & στη Λατινική Αμερική. Βλέπω όμως και εδώ ψήγματα θεάτρου όπου είναι εμφανές ότι οι δημιουργοί έχουν κάτι σημαντικό να πουν και το λένε με πειστικότητα – και αυτό σίγουρα επηρεάζει συνειδήσεις, έστω και σε ατομικό επίπεδο.

Τα επόμενα σχέδια σας;

Γράφω ένα θεατρικό αυτή τη στιγμή εμπνευσμένη από τρεις μύθους, πλησιάζω στο τέλος. Επίσης, μόλις έμαθα ότι το έργο μου What Reality? που παρουσιάστηκε σαν σκηνοθετημένο ζουμ αναλόγιο στη Νέα Υόρκη τον Μάϊο, είναι να παρουσιαστεί εκεί και δια ζώσης τον Δεκέμβριο και αναρωτιέμαι αν/πως θα μπορέσω να πάω. Τέλος, ετοιμάζω μια συλλογή διηγημάτων. Αυτά.

Φωτογραφίες: Γιάννης Κατσαρός

Info: Περισσότερες πληροφορίες για το «Outreach project» εδώ.