Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ – Ο υπέροχος Γκάτσμπυ

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ
Επιμέλεια: Γιώργης Χαριτάτος
[email protected]

«Αυτό το τεράστιο σπίτι εκεί πέρα;» φώναξε δείχνοντας.
«Σ’ αρέσει;»
«Είναι τέλειο, αλλά πώς ζεις εκεί ολομόναχος;»
«Φροντίζω να είναι πάντα γεμάτο με ενδιαφέροντες ανθρώπους, μέρα νύχτα. Ανθρώπους που κάνουν ενδιαφέροντα πράγματα. Φημισμένους ανθρώπους».
Αντί να πάρουμε τη σύντομη διαδρομή κατά μήκος του Πορθμού, πήγαμε από τον δρόμο και μπήκαμε από τη μεγάλη πλαϊνή είσοδο. Με γοητευμένους ψιθύρους, η Ντέιζι θαύμαζε αυτή ή την άλλη άποψη της φεουδαρχικής κατασκευής που πρόβαλλε στο φόντο του ουρανού, θαύμαζε τους κήπους, τη σπινθιροβόλα οσμή των νάρκισσων, την αφρώδη οσμή του κράταιγου και των ανθών της δαμασκηνιάς και τη χλωμή χρυσαφένια οσμή του αγιοκλήματος. Ήταν παράξενο να φτάνεις στη μαρμάρινη σκάλα και να μη βλέπεις καμία κίνηση από λαμπερά φορέματα να μπαινοβγαίνουν από την είσοδο ή να μην ακούς κανέναν ήχο, παρά μόνο το κελάηδισμα των πουλιών στα δέντρα.
Στο εσωτερικό του σπιτιού, καθώς περιστρεφόμασταν σε μουσικά δωμάτια και σαλόνια σε στιλ Μαρίας Αντουανέτας και Παλινόρθωσης, ένιωθα ότι υπήρχαν κρυμμένοι καλεσμένοι πίσω από κάθε καναπέ και τραπέζι, με την εντολή να παραμείνουν απόλυτα σιωπηλοί μέχρι να περάσουμε. Καθώς ο Γκάτσμπυ έκλεινε την πόρτα της «Βιβλιοθήκης του Κολεγίου Μέρτον», θα ορκιζόμουν ότι άκουσα τον άντρα – Κουκουβάγια να ξεσπά σ’ ένα απόκοσμο γέλιο.
Ανεβήκαμε στον πάνω όροφο. Περάσαμε από κρεβατοκάμαρες εποχής, τυλιγμένες σε ροζ και μοβ μετάξι, με ζώντανα χρώματα και φρέσκα λουλούδια, μέσα από γκαρνταρόμπες και αίθουσες μπιλιάρδου και μπάνια σε σκαφτές μπανιέρες – και τελικά εισβάλαμε σ’ ένα δωμάτιο όπου ένας αναμαλλιασμένος άντρας με πιτζάμες έκανε ασκήσεις για το συκώτι στο πάτωμα. […]
Δεν σταμάτησε ποτέ να κοιτάζει την Ντέιζι και νομίζω ότι αξιολόγησε εκ νέου ό, τι υπήρχε στο σπίτι σύμφωνα με την αντίδραση που προκαλούσε στα πολυαγαπημένα του μάτια της. Μερικές φορές κοιτούσε τα υπάρχοντά του σαστισμένος, λες και με την υπαρκτή, ανέλπιστη παρουσία της, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ήταν πλέον αληθινό. Κάποια στιγμή μάλιστα κόντεψε να γκρεμιστεί από μια σκάλα.
Η κρεβατοκάμαρά του ήταν το πιο απλό δωμάτιο – εκτός από την τουαλέτα που ήταν διακοσμημένη με ένα σετ από ατόφιο, ματ χρυσό. Η Ντέιζι πήρε τη βούρτσα με ευχαρίστηση και χτένισε τα μαλλιά της∙ ο Γκάτσμπυ κάθισε κάτω, κάλυψε τα μάτια του και άρχισε να γελάει.
«Είναι το πιο αστείο πράγμα, παλιόφιλε» είπε ξεκαρδισμένος. […]
Πήρε μια στοίβα πουκάμισα και άρχισε να τα πετάει ένα ένα μπροστά μας, πουκάμισα από γυαλιστερό λινό και χοντρό μετάξι και λεπτό βαμβάκι, που έχαναν την τσάκισή τους καθώς έπεφταν και κάλυπταν το τραπέζι με μια πολύχρωμη ακαταστασία. Όσο εμείς θαυμάζαμε, έβγαζε περισσότερα και ο μαλακός, πλούσιος σωρός έγινε ψηλότερος – πουκάμισα με ρίγες, σχέδια και καρό, σε κοραλλί, πράσινο ανοιχτό, βιολετί, απαλό πορτοκαλί, με μονογράμματα σε χτυπητό μπλε χρώμα. Ξαφνικά, με έναν βεβιασμένο ήχο, η Ντέιζι έριξε το κεφάλι της στα πουκάμισα και άρχισε να κλαίει γοερά.
«Είναι τόσο όμορφα» έλεγε με αναφιλητά και η φωνή της πνιγόταν μέσα στις χοντρές τσακίσεις. «Στενοχωριέμαι πολύ, γιατί δεν έχω ξαναδεί τόσο μα τόσο όμορφα πουκάμισα στη ζωή μου».

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Ο υπέροχος Γκάτσμπυ (απόσπασμα)

Δείτε επίσης