Δήμητρα Κολλιάκου: «Αναζητώ κάτι απ’ τις εικόνες και την οικονομία της ποίησης στα πεζά μου»


Συνέντευξη: Σοφία Ζήση
E: [email protected]

Η Δήμητρα Κολλιάκου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Αθηνών και διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, δίδαξε θεωρητική γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο του Newcastle και στο Paris Diderot. Από το 2014 εργάζεται στη γαλλική μέση εκπαίδευση, με τελευταίο σταθμό το λύκειο Jean-Baptiste Say στο Παρίσι. Έγραψε τρία μυθιστορήματα, καθώς και τις ομόκεντρες νουβέλες Η αρρώστια των βουνών (Εκδ. Πατάκη). Τιμήθηκε με τρία βραβεία κι είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Το τελευταίο της μυθιστόρημα έχει τον τίτλο Αλφαβητάρι εντόμων (Εκδ. Πατάκη).

Για πρώτη φορά σε αυτό το βιβλίο επιχειρείτε να παρατηρήσετε την φύση – τον κόσμο των εντόμων συγκεκριμένα – και να την συσχετίσετε με την ανθρώπινη συμπεριφορά, ατομική ή συλλογική. Σε τι συμπεράσματα σας οδηγεί αυτός ο συσχετισμός; Δεν καταλήγω σε συμπεράσματα – το αφήνω αυτό στον αναγνώστη. Διατυπώνω ερωτήματα ή μάλλον τα ερωτήματα προκύπτουν μέσα απ’ αυτές τις συναντήσεις ανθρώπων και εντόμων, κάποιες τυχαίες (όπως στην Πασχαλίτσα, στο Τζιτζίκι, στην Κωλοφωτιά), άλλες διότι ο άνθρωπος τις επιδίωξε (μελισσοκόμος, συλλέκτης λεπιδόπτερων) ή επειδή το έντομο ήρθε να επιτελέσει το έργο του (όπως στη μύγα (Ζβουβ) ή στα Υμενόπτερα). Τα έντομα εδώ δεν έχουν χαρακτήρα συμβολικό, ούτε ο ρόλος τους περιορίζεται στο να μας παραπέμψουν έμμεσα σε ανθρώπινες ιδιότητες και συμπεριφορές. Είναι ενταγμένα στη δράση και με τον τρόπο τους παρεμβαίνουν στα πράγματα. Από τη θέση του κυρίαρχου του πλανήτη, και με αλαζονεία κατά βάθος ακατανόητη, ο άνθρωπος τα θεωρεί κατώτερα όντα και τα εξοντώνει χωρίς δεύτερη σκέψη, ενώ μικροί σαν έντομα, έστω σε άλλη κλίμακα, και εξίσου τρωτοί είμαστε κι εμείς.

Τι πιστεύετε πως κυριαρχεί στη φύση, η αντιπαλότητα και ο πόλεμος ή η αρμονία και η συνεργασία; Πώς επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα το βιβλίο σας; Και τα μεν και τα δε, ανάλογα με τη στιγμή. Αντιπαλότητα και αρμονία εναλλάσσονται, συχνά ως αλληλένδετα στοιχεία του κύκλου της ζωής. Όσον αφορά το δικό μου βιβλίο, διαφορετική είναι η «στιγμή» σε κάθε κεφάλαιο. Για παράδειγμα, στο Σ (Σκορπιός – έχω συμπεριλάβει στο αλφαβητάρι και μερικά αρθρόποδα), βρισκόμαστε στον προσφυγικό καταυλισμό του Καλαί, τη λεγόμενη Ζούγκλα, και βλέπουμε την τραγική απογοήτευση δυο νεαρών μεταναστών από το Χαλέπι που ονειρεύονται να διασχίσουν το σύνορο με τη Βρετανία. Αντίθετα, στο Θ (Θαλάσσια έντομα), η παρουσία κάποιων μικροσκοπικών όντων σε μια παραλία της Βρετάνης, σε συνδυασμό με την εναλλαγή της πλημμυρίδας και της άμπωτης, θα επιτρέψουν στον αφηγητή ή αφηγήτρια (δεν διευκρινίζεται αν πρόκειται για γυναίκα ή άντρα) να διαχειριστεί διαφορετικά το τραύμα ενός χωρισμού.

Έχετε πει πως το ‘μυθιστόρημα χτίζεται με χαρακτήρες που βρίσκονται σε σύγκρουση με συστήματα αξιών, με τον εαυτό τους, με τους άλλους’. Στο Αλφαβητάρι Εντόμων, ποιες είναι αυτές οι κεντρικές αξίες, και με ποιους τρόπους συγκρούονται οι χαρακτήρες με τις αξίες αυτές; Το Αλφαβητάρι Εντόμων δεν είναι το είδος του μυθιστορήματος που παρακολουθεί σε όλη του την έκταση τους ίδιους χαρακτήρες και τη σύγκρουσή τους μ’ ένα σύστημα αξιών. Τα 24 μέρη του βιβλίου, ένα για κάθε γράμμα του ελληνικού αλφάβητου, είναι αυτοτελή, αλλά από κοινού απαρτίζουν ένα όλο. Το καθένα τους επικεντρώνεται σε διαφορετικές έννοιες και αξίες. Κάποιες απ’ αυτές κατονομάζονται στις τρεις-λέξεις κλειδιά που έχουν τοποθετηθεί στο κλείσιμο του κάθε κεφαλαίου. Ποια μπορεί να είναι η σχέση ανάμεσα στα αρσενικά-θηλυκά, τη λάμψη και την αμυδρότητα; Τι είδους αντίσταση μπορούν να προβάλουν οι κάτοικοι μιας Παριζιάνικης γειτονιάς αμέσως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις του 2015; Τι είδους συμφιλίωση και επικοινωνία μπορεί να υπάρξει ανάμεσα σε μια κόρη και τον πεθαμένο πατέρα της; Το οικοδόμημα των αξιών που διαπραγματεύεται το βιβλίο είναι οι αξίες της Ευρώπης, του δυτικού πολιτισμού, οι ανθρωπιστικές αξίες. Αυτές εμφανίζονται στο πλαίσιο της σύγχρονης Ευρώπης αλλού να καταπατούνται, κι αλλού να προστατεύονται.

Στο βιβλίο σας υπάρχει η φράση, “O θάνατος είναι ακατανόητος ακόμα και για την ψείρα”. Από την άλλη, ο Φρανκ Νταμούρ, στο Μακάριοι οι Θνητοί, νοηματοδοτεί την θνητότητα, λέγοντας πως αν αφαιρέσουμε από τον άνθρωπο την αίσθηση της περατότητας, θα χάσει τη λαχτάρα του απείρου. Πιστεύετε πως παραμένει τελικά ο θάνατος ακατανόητος; Η προσέγγιση του Νταμούρ με παραπέμπει στη μυθολογική μορφή του Τιθωνού, που η ερωμένη του η Αύως (Αυγή) τον πήρε στα έσχατα της γης, έχοντας πρώτα εξασφαλίσει την αθανασία του. Ξέχασε όμως να ζητήσει για τον εραστή της νιάτα, κι έτσι τον Τιθωνό τον «χτύπησε» το γήρας. Σ’ αυτόν τον μύθο αναφέρεται ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της Σαπφούς, που έγινε αφορμή να γραφτεί το δικό μου κεφάλαιο για το γράμμα Ταυ (Τέττιξ, τζιτζίκι). Το ενδιαφέρον είναι ότι η Σαπφώ δεν επιλέγει μια μυθολογική παραλλαγή κατά την οποία ο Τιθωνός μεταμορφώνεται σε αθάνατο τζιτζίκι. Η ποιήτρια επικεντρώνεται στο γήρας, και όχι στην αθανασία. Η Αυγή θα ξημερώνει πάντα και χωρίς τον Τιθωνό. Η ποίηση θα γράφεται πάντα και χωρίς εμένα, μας λέει. Παρ’ όλ’ αυτά (παρά το γήρας και τον θάνατο), να μην εγκαταλείψετε, παιδιά, τα ωραία δώρα των Μουσών· την ποίηση δηλαδή, την τέχνη, το «παιχνίδι». Διαφορετική είναι η προσέγγιση στο κεφάλαιο Ψι (Ψείρα), απ’ όπου προέρχεται η φράση που παραθέσατε. Εκεί ο ήρωας είναι ένα νεαρό αγόρι που η σχολική του τάξη έχει κηρύξει πόλεμο στις ψείρες, επιστρατεύοντας και κάποιες μανάδες – τις λεγόμενες «ψειρομάνες». Ακατανόητος είναι ακόμη ο θάνατος γι’ αυτό το παιδί, όπως και για τον ήρωα του κεφαλαίου Ιώτα (Ισόπτερα – Τερμίτες) που ανοίγει με τη φράση «Χωρίς να κουνήσω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι, βρέθηκε ο άνθρωπος που αγόρασε τον θάνατό μου.» Δεν έχω λοιπόν μια ενιαία προσέγγιση εδώ, αντίθετα, η στάση απέναντι στον θάνατο διαφέρει ανάλογα με τις περιστάσεις και τον ήρωα.

Έχετε εκδηλώσει την επιθυμία σας να γράψετε απευθείας στα Αγγλικά. Πιστεύετε ότι μπορεί ένας συγγραφέας να γίνει ευρύτερα αποδεκτός γράφοντας σε μια γλώσσα που δεν είναι η μητρική του; Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Joseph Conrad, που θεωρείται πάντα ο ‘ξένος’ της Αγγλικής λογοτεχνίας. Δεν νομίζω να έχω ποτέ διατυπώσει τέτοια επιθυμία. Δεν επιχείρησα ποτέ να γράψω στα αγγλικά, πέρα από επιστημονικά άρθρα. Κι άλλωστε, τα τελευταία χρόνια ζω στο Παρίσι. Αν δοκίμαζα να γράψω σε ξένη γλώσσα, θα διάλεγα πλέον τα γαλλικά. Ο Κόνραντ, που αναφέρατε, ή ο Ναμπόκοβ, που άρχισε σχετικά μεγάλος να γράφει στα αγγλικά (κι ενώ είχε ήδη εκδώσει στα ρώσικα), ο Μπέκετ, που επέλεξε να γράψει και στα γαλλικά, είναι γνωστά παραδείγματα μεγάλων συγγραφέων που έγραψαν σε γλώσσα άλλη από τη μητρική τους. Είναι και οι τρεις τους από τους σημαντικότερους συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Μπαίνουν πάντα στον λεγόμενο literary canon (στα κείμενα που θεωρούνται τα πιο σπουδαία, που διδάσκονται και διαβάζονται), και κάθε άλλο παρά θεωρούνται οι «ξένοι» της αγγλόφωνης λογοτεχνίας. Το ότι έγραψαν (και) στα αγγλικά, την πιο διεθνή ίσως γλώσσα, πιθανότατα συντέλεσε στο να γίνει η δουλειά τους πολύ ευρύτερα γνωστή, αλλά ασφαλώς δεν ήταν ο μόνος ή ο κύριος λόγος για την επιτυχία τους.

Έχετε επιχειρήσει να γράψετε άλλα είδη λογοτεχνίας εκτός από πεζογραφία, όπως ποίηση ή θέατρο; Αν όχι, υπάρχει συγκεκριμένος λόγος γι’ αυτό; Μόνο ερασιτεχνικά. Μ’ ενδιαφέρουν ωστόσο πολύ τόσο η ποίηση όσο και το θέατρο. Διαβάζω πολλή ποίηση και αναζητώ κάτι απ’ τις εικόνες και την οικονομία της στα πεζά μου. Παρακολουθώ πολύ θέατρο, γιατί ο διάλογος και ο προφορικός λόγος γενικότερα μ’ ενδιαφέρουν πολύ στην πρόζα.

Θέλετε να μοιραστείτε μια ιστορία με κάποια προσωπικότητα της λογοτεχνίας που η επαφή σας μαζί του/της σας διαμόρφωσε σε νεαρή ηλικία; Ως παιδί, μπαινόβγαινα στο σπίτι της θείας μου, που είχε μεγάλη βιβλιοθήκη, και που γνώριζε και προσωπικά κάποιους συγγραφείς. Βρέθηκα να διαβάζω βιβλία με ιδιόχειρη αφιέρωση, του Τσίρκα, για παράδειγμα, που την ευχαριστούσε για κάποιες φωτογραφίες που του είχε στείλει. Ένας άλλος συγγραφέας που έμαθα από κείνην ήταν ο Αχιλλέας Κυριακίδης, που είχε υπάρξει και μαθητής της για μια χρονιά στο ελληνικό σχολείο του Καΐρου. Όπως είπα, διαβάζω πολύ ποιητές, κι ένας αγαπημένος μου είναι ο Μίλτος Σαχτούρης. Φεύγοντας για μεταπτυχιακά, είχα πάρει μαζί μου στο Εδιμβούργο τα Ποιήματα 1945-1971. Τα Χριστούγεννα του ’95, επιστρέφοντας στην Αθήνα, με στρωμένη δουλειά έξω και την πεποίθηση (που με μελαγχολούσε βαθιά) πως δεν θα γράψω ποτέ, βρήκα στο σπίτι να με περιμένει ένα δεματάκι. Ήταν το τελευταίο που στάλθηκε ποτέ στη θεία μου, που λίγους μήνες πριν είχε φύγει απ’ τη ζωή. Περιείχε ένα βιβλιαράκι των εκδόσεων Άγρα, Η νύχτα των Ινδιάνων (Ένας λόγος του αρχηγού Σηάτλ 1855). Έκπληκτη διάβασα την αφιέρωση, υπογεγραμμένη από τον Σταύρο Πετσόπουλο: «Το κείμενο αυτό χαρίζεται στον Κύριο Σαχτούρη με την αγάπη μου και τις ευχές μου για τα Χριστούγεννα 1995 και το Νέον Έτος.» Ίσως η θεία μου είχε απευθυνθεί κάποτε στην Άγρα, για την έκδοση της μόνης δικής της μετάφρασης μιας νουβέλας του Κάφκα, που εκδόθηκε τελικά από τη Νεφέλη. Δεν ξέρω πώς βρέθηκαν τα στοιχεία της στα γραφεία τους, και πώς μπερδεύτηκαν με του ποιητή, που ζούσε τότε στην Κυψέλη και πέθανε το 2005. Δεν συνάντησα ποτέ τον Μίλτο Σαχτούρη (ή τον Σταύρο Πετσόπουλο), αλλά κάτι μου έκανε αυτό. Ήταν μια μαύρη χρονιά, και το βιβλιαράκι, που τελικά δεν έμεινε ανεπίδοτο, κι ας μην έφτασε στον σωστό παραλήπτη, μου φάνηκε σαν σημείο. Τoν Δεκέμβρη του ’99, εκδόθηκε από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας το πρώτο μου μυθιστόρημα, «Το Μαγείο».

Δείτε επίσης