Γιώργος Σκαμπαρδώνης © Γιώργος Παπαδόπουλος

Γιώργος Σκαμπαρδώνης: «Ήθελα να δώσω μία λοξή γεύση μιας ζωής των χρόνων που πέρασαν»

Παίρνω το λεωφορείο της Γραμμής «10» στη Θεσσαλονίκη, από την αφετηρία Χαριλάου ως το Τέρμα, ως τον Σιδηροδρομικό Σταθμό, και γράφω ό,τι θυμάμαι, επινοώ και φαντάζομαι από κάθε στάση. Δεκαεννιά στάσεις. Γράφοντας καταλαβαίνω πως το μυαλό είναι ένα ανοιχτό στρατόπεδο αιχμαλώτων. Ή, ένα πριονιστήριο γεμάτο ακρωτηριασμένες, λειψές μνήμες, επινοήσεις, φαντασιώσεις κι εμπειρίες που διαρκώς αλλάζουν νόημα, χάνονται, επανέρχονται, διασταυρώνονται και πάλι διαφεύγουν. Ξέρω, δηλαδή, ότι δεν κοπαδιάζουν οι λαγοί, αλλά εδώ συνημμένως ψάλλονται. Έπειτα, κάθε λεωφορείο που ξεκινάει από μια συγκεκριμένη αφετηρία, κάνει μιαν απαρέγκλιτη διαδρομή και πάει προς ένα σταθερό Τέρμα, ποτέ δεν κάνει όντως το ίδιο δρομολόγιο – κυρίως για τον ίδιο επιβάτη, που βλέπει έξω και εντός του με το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι. Κάθε επιβάτης, κάθε φορά, είναι κι ένα διαφορετικό λεωφορείο.

Μιλήστε μας για το τελευταίο σας βιβλίο «Λεωφορείο. 19 στάσεις». Τι πραγματεύεται και ποια ήταν η αφορμή που στάθηκε να διηγηθείτε παραλληλίζοντας τη διαδρομή ενός λεωφορείου με τη γραμμή της ζωής; Εγώ από μικρός έπαιρνα για πολλά χρόνια μέχρι τα 30 μου σχεδόν καθημερινά το λεωφορείο της διαδρομής 10 στη Θεσσαλονίκη, από την μία αφετηρία σχεδόν στην άλλη, όταν δούλευα για πάρα πολλά χρόνια στην εφημερίδα Μακεδονία που ήταν στο άλλο τέρμα. Για μία δεκαετία περίπου που είχα πάρει ΙΧ δεν έπαιρνα λεωφορείο και κάποια στιγμή που ξαναπήρα μου ήρθε αυτή η ιδέα – να καταγράψω αυτό το δρομολόγιο της ζωής, 40 ετών περίπου, πιάνοντας ένα μεταλεωφορείο, ένα φανταστικό λεωφορείο το οποίο θα συναξάριζε πολλά από τα δρομολόγια που είχα κάνει τόσα χρόνια μες στην πόλη. Μια έμμεση αποσπασματική διεργασία η οποία διασχίζει την πόλη και τις αλλαγές της μέσα στην οποία μεταλλάσσομαι κι εγώ, όπως και όλοι μας. Χρησιμοποιώντας γεγονότα, πρόσωπα, στιγμές, γλέντια, ό,τι περιλαμβάνει η καθημερινή ζωή από τα δράματα μέχρι το κωμικό στοιχείο, όσα συνέβησαν κι όλη αυτή η ανέλιξη ενός θρυμματισμένου προσώπου που αλλοιώνεται συνεχώς.

Ποια στάση ήταν εκείνη που σας δυσκόλεψε περισσότερο συγγραφικά που ως αφηγητής δεν μπορούσατε σταθείτε απέναντι σ’ αυτό το γεγονός; Υπάρχουνε από κάθε στάση τόσες μνήμες που το πρόβλημα κυρίως ήταν τι θα επιλέξω. Αναρωτήθηκα, αν θα υπάρχει αρκετό υλικό να γράψω για κάθε στάση, και μετά από λίγο συνειδητοποίησα πως πλεονάζουν τα περιστατικά. Το θέμα δεν ήταν να με δυσκολέψει μία στάση, όσο το ύφος, που σπάει στη στάση της Βενιζέλου και φτάνει σ’ ένα παραλήρημα. Κάθε στάση ουσιαστικά ήτανε κι ένα πρόβλημα, με την έννοια τι θα επιλέξεις για να συνθέσεις ένα κείμενο ανάμεσα σε πολλές αναμνήσεις, ώστε να μπορεί να διαβαστεί για να μην είναι κουραστικό, να είναι ευάρεστο και συναρπαστικό. Όλος ο συνδυασμός του ύφους ήταν το γενικό πρόβλημα, το πώς αντιμετώπισα το κείμενο σαν ένα ενιαίο αφήγημα. Από ένα σημείο και πέρα δεν έβλεπα τις στάσεις αποσπασματικά, αλλά σαν μια ενότητα που διασχίζω και από το υλικό που έχω, να επιλέξω αυστηρά εκείνα τα στοιχεία που θα κάνουν το ταξίδι να είναι το ίδιο σημαντικό όπως και για μένα.

Το αφήγημα θα μπορούσε να τοποθετηθεί σε άλλη πόλη. Γιατί επιλέξατε τη Θεσσαλονίκη πέρα από το αυτοβιογραφικό γεγονός; Είναι και οι άνθρωποι που καθορίζουν την πόλη; Προφανώς, κυρίως στη ζωή του καθενός μας. Νομίζω πως πολλοί άνθρωποι που δε ζουν στη Θεσσαλονίκη τους έχει αρέσει το βιβλίο. Η δική μου διαδρομή πυροδοτεί καινούργιες μνήμες από δικά τους δρομολόγια. Το υλικό ερεθίζει τον αναγνώστη, όταν διαβάζει το κείμενο και ανασύρει μέσα τους δικές του μνήμες. Αυτό θα ήταν και το ενδιαφέρον της ιστορίας, ο καθένας να έχει γράψει κάτι για τη δική του πόλη, αλλά όλα είναι ύφος στη λογοτεχνία τελικά. Δεν είναι το τί τόσο πολύ, αλλά το πώς θα το γράψεις. Το κύριο ερώτημα ήταν το πώς θα γραφτεί και να είναι αποσπασματικό, γιατί όλες οι αυτοβιογραφίες βλέπουνε. Εγώ ήθελα να δώσω μία λοξή γεύση μιας ζωής των χρόνων που πέρασαν και πως αλλάζουν οι άνθρωποι και πως αλλάζουν τα πάντα.

Τι έχει αλλάξει σ’ αυτή την πόλη; Καταρχήν εμείς οι ίδιοι. Σε κάθε δευτερόλεπτο μεταβαλλόμαστε και μεταβάλλεται κι η πόλη και ρυμοτομικά και πληθυσμιακά και από άποψη εικόνας. Ανοίγουν και κλείνουν μαγαζιά. Ανοίγουν δρόμοι. Επεκτείνεται η πόλη. Η Θεσσαλονίκη από το ‘60 έχει υπερτριπλασιαστεί και σχεδόν έχει ακουμπήσει στη Χαλκιδική. Έχει φτάσει το 1,5 εκ., ενώ ήταν 500 χιλ. Έχουν αλλάξει τα πάντα. Έχει γίνει αγνώριστη. Όπως και όλες οι πόλεις. Αλλάζουν οι ιδέες, οι άνθρωποι, οι μουσικές.

Έχει το ίδιο ενδιαφέρον λογοτεχνικά με τα περασμένα χρόνια; Όλα τα χρόνια έχουν ενδιαφέρον. Και το σήμερα και το αύριο. Εξαρτάται πως το βλέπεις. Το ενδιαφέρον δεν είναι αντικειμενικό μόνο, αλλά από τι εσύ συγκινείσαι. Μπορεί κάποιος να συγκινηθεί από ένα μικρό γεγονός και ένα μεγάλο συμβάν να τον αφήσει ασυγκίνητο. Είναι μία προσωπική διαδρομή, μια πρόσληψη της πόλης, του χρόνου και των πραγμάτων μέσα από τα δικά μου φίλτρα, τις δικές μου παραμέτρους και μέσα από τη δική μου αντίληψη των πραγμάτων. Ενώ εγώ αλλοιώνομαι ταυτόχρονα, δεν είμαι κρυσταλλωμένος. Αλλιώς βλέπεις τα πράγματα στα 15, αλλιώς στα 25, αλλιώς στα 50. Κατά συνέπεια είναι ένα καλειδοσκόπιο με απρόβλεπτες αλλαγές της πόλης και εμένα του ίδιου και αυτό το ποτάμι, το πολυσύνθετο πάει στο διηνεκές. Εγώ ένα γράψει μια χρονική φέτα σε μια ορισμένη περιοχή.

Την Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου στις 20:30 οι εκδόσεις Πατάκη και ο ΙΑΝΟS παρουσιάζουν το βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, «Λεωφορείο. 19 στάσεις». Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι Ευγενία Φακίνου, Βαγγέλης Προβιάς και Δημήτρης Θάνας.

Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί στον ΙΑΝΟ (Σταδίου 24), η είσοδος είναι ελεύθερη και θα προβάλλεται ζωντανά και στο ianos.gr

Δείτε επίσης