Ηλέκτρα Γεννατά, Μαρία Θρασυβουλίδη @

Μαργαρίτα Φρανέλη: «Η αγωνία που έχει ένας γονιός για το αν παίζει σωστά τον ρόλο του δεν φεύγει ποτέ»

Ηλέκτρα Γεννατά, Μαρία Θρασυβουλίδη @ Γιάννης Ζαφείρης

Κείμενο: Εύα Φίλιου
[email protected]


Η Μαργαρίτα Φρανέλη γεννήθηκε σε ελληνικό ακριτικό νησί, στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Από τότε δημιουργεί ένα νησί σε κάθε τόπο διαμονής ή σπουδών που επιλέγει: έχει ζήσει σε τρεις ευρωπαϊκές χώρες, έχει φοιτήσει σε τρεις ελληνικές πανεπιστημιακές σχολές κι έχει αλλάξει πολλές δουλειές, από τις οποίες σημαντικότερες είναι τρεις. Το γράψιμο, πέρα και πάνω απ’ όλα, αποτελεί ταυτόχρονα και χώρα και σχολή και δουλειά. Κυρίως όμως νησί, που σημαίνει: γύρω γύρω θάλασσα και στη μέση στεριά.

Μετά το περσινό sold out, η Εταιρεία Θεάτρου «Ναυτίλος» παρουσιάζει για δεύτερη χρονιά το έργο Μαμά, κι εγώ δε σ’ αγαπώ σε σκηνοθεσία Θανάση Χαλκιά.

Το αφήγημα της Φρανέλη, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, πραγματεύεται άλλοτε με λυτρωτικό χιούμορ κι άλλοτε με αγωνιώδη ενδοσκόπηση το ακανθώδες ζήτημα των ενδοοικογενειακών σχέσεων που αναζητά εν τέλει τη λύση του μέσα στη θεατρική πραγματικότητα.

Μετά το περσινό soldout παρουσιάζεται για δεύτερη χρονιά το έργο σας «Μαμά, κι εγώ δεν σ’ αγαπώ» σε σκηνοθεσία Θανάση Χαλκιά στο Θέατρο Επί Κολωνώ. Πώς νιώθετε γι’ αυτήν τη μεγάλη επιτυχία της παράστασης; Νιώθω πολύ μεγάλη χαρά! Το “Μαμά, κι εγώ δεν σ’ αγαπώ” είναι κατά κάποιον τρόπο παιδί μου και χαίρομαι ιδιαίτερα με την επιτυχία του, γιατί ο κόσμος που έρχεται στην παράσταση είναι σα να χειροκροτά αυτό το παιδί στην πρώτη του σχολική απαγγελία.

Γιατί, κατά τη γνώμη σας, η παράσταση έχει αγαπηθεί τόσο πολύ από τον κόσμο; Θα μπορούσα να σταθώ στα επί μέρους. Να σας πω, λόγου χάρη, για το παρεΐστικο κλίμα που νιώθει κανείς με το που μπαίνει στην αίθουσα. Για την παλιά -πολύ παλιά- και καλή -πολύ καλή- συνταγή του “μαζευτήκαμε όλοι απόψε εδώ για ν’ ακούσουμε μια ιστορία – και να πούμε κι ένα τραγούδι”. Να σας μιλήσω για την ίδια την ιστορία που και πλάκα έχει και κλάμα έχει. Να σας πω πόσα δικά του πράγματα μπορεί να βρει κανείς σε αυτή την ιστορία.
Όμως η απάντηση είναι απλούστατη: πρόκειται για μια πολύ ωραία παράσταση!
Και δεν το λέω για να ευλογήσω τα γένια μου. Ξέρετε, οι παραστάσεις που βασίζονται σε βιβλία μπορεί συχνά να “φτάνουν” το βιβλίο, δύσκολα όμως το ξεπερνούν. Η “Μαμά” νομίζω ότι ανήκει σε αυτές τις ελάχιστες ευτυχείς εξαιρέσεις, χάρη στην ευρηματικότατη σκηνοθεσία και τις άψογα ενορχηστρωμένες ερμηνείες.

Με ποιον τρόπο ξετυλίγεται η ιστορία μπροστά στα μάτια των θεατών; Ακολουθεί τη ροή του αφηγήματος; Στην παράσταση η ιστορία ξετυλίγεται με χρονολογική σειρά, παρακολουθούμε δηλαδή τη ζωή της ηρωίδας από τη μικρή ηλικία της “κόρης”, στη δεκαετία του ’60, μέχρι τη μέση ηλικία της “μάνας”, περί το 2000. Αντίθετα, το αφήγημα υποτάσσεται στην κυκλικότητα της ζωής -μια κυκλικότητα που εντάσσει πολύ έξυπνα στην παράσταση ο σκηνοθέτης- ενώ έχει ως μίτο τον συνειρμό, τις γεωτρήσεις στα κοιτάσματα του υποσυνείδητου. Η θεατρική διασκευή έβαλε αυτό το μάγμα να κυλάει γραμμικά, ψύχοντάς το ανά διαστήματα με τραγούδια-σχόλια, ώστε ο θεατής να παρακολουθεί τις εκρήξεις και να αισθάνεται τη θέρμη των ιστοριών και των συναισθημάτων χωρίς τον κίνδυνο να καεί.

Ποιο ήταν αρχικά το κίνητρο και η αφορμή να γράψετε το βιβλίο Μαμά, κι εγώ δε σ’ αγαπώ; Πώς πήρατε αυτήν την απόφαση; Κίνητρο ήταν η ανάγκη για κατανόηση: της μητέρας, του εαυτού, της κόρης. Δεν ήξερα ξεκινώντας το γράψιμο ότι μετά την κατανόηση θα ερχόταν η συμφιλίωση: και με τη μητέρα και με τον εαυτό και με την κόρη. Έγραφα για να λυτρωθώ από το άγος του παρελθόντος και από το άγχος του μέλλοντος. Το πρώτο το πέτυχα. Το δεύτερο, όχι. Η αγωνία που έχει ένας γονιός για το αν παίζει σωστά τον ρόλο του δεν φεύγει ποτέ.

Ήταν εύκολη η διαδικασία συγγραφής του; Εύκολα ή δύσκολα είναι τα καθήκοντα. Η συγγραφή αυτού του βιβλίου δεν ήταν καθήκον, ήταν ανάγκη. Θα μπορούσα, λοιπόν, αν θέλετε, να τη χαρακτηρίσω με άλλα επίθετα: επώδυνη αλλά λυτρωτική, καυτηριαστική αλλά σωτήρια.

Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα και το μήνυμα αυτής της ιστορίας; Tι ελπίζετε να αποκομίσει κάποιος διαβάζοντας το βιβλίο σας και βλέποντας την παράσταση; Δεν έγραψα το βιβλίο με στόχο να “περάσω” κάποιο βαθυστόχαστο νόημα. Το έγραψα σαν να έγραφα ένα μήνυμα σε μπουκάλι κι ύστερα το πέταξα στον εκδοτικό ωκεανό, σε μια εποχή που ένιωθα πως το οικογενειακό μου σκάφος βουλιάζει και πως εγώ ναυαγώ σε μια ερημική ακτή. Ήθελα να σωθώ από το ναυάγιο. Κι αν δεν γινόταν να σωθώ, ας έβρισκα τουλάχιστον παρέα. Και αυτό νομίζω τελικά ότι βρίσκει ο αναγνώστης ή ο θεατής της “Μαμάς”. Μια παρέα. Για να μοιραστεί εμπειρίες –αν έχει παρόμοιες– και αγωνίες –που σίγουρα έχει παρόμοιες.

Πώς μπορεί να ξεχωρίσει κάποιος ένα πολύ καλό βιβλίο; “Ο δρόμος ανοίγει περπατώντας” λέει ο ποιητής Αντόνιο Ματσάδο. Και το πολύ καλό βιβλίο ανοίγει διαβάζοντας. Δεν υπάρχει άλλη συνταγή. Αν δεν διαβάζεις βιβλία, μικρά, μεγάλα, παλιά, καινούργια, κακά, καλά, συστημένα ή στην τύχη, ποτέ δεν θα καταλάβεις ότι ένα βιβλίο είναι πολύ καλό.

Η σχέση μητέρας–κόρης είναι συχνά μια σχέση αγάπης και στοργής, αλλά πολλές φορές υπάρχουν εντάσεις και συγκρούσεις ανάμεσά τους. Με ποιον τρόπο θα μπορούσε να βελτιωθεί αυτή η σχέση; Παραφράζοντας τον Αραγκόν θα πω ότι η αγάπη είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η σύγκρουση.

Κλείνοντας τη συνέντευξη, θα ήθελα να σας ρωτήσω, ποια είναι τα επόμενα επαγγελματικά σας σχέδια; Μετάφραση, θέατρο, μετάφραση για το θέατρο. Και γράψιμο για μένα. Ίσως και για όλη την παρέα που φτιάχτηκε με αφορμή το “Μαμά, κι εγώ δεν σ’ αγαπώ”.

Παραστάσεις: Από 13 Οκτωβρίου 2018 μέχρι 13 Ιανουαρίου 2019 και Κάθε Σάββατο στις 21:30 και Κυριακή στις 19:00 στο Θέατρο Επί Κολωνώ (Ναυπλίου 12 & Λένορμαν 94).

Δείτε επίσης