Βασίλης Αμανατίδης: «Ο εαυτός είναι μία αδιάκοπη ανακατασκευή, είναι το έργο της ζωής μας, είναι διαρκώς υπό διαμόρφωση»

Βασίλης Αμανατίδης © Αιμιλία Παναγιώτου
0
Βασίλης Αμανατίδης © Αιμιλία Παναγιώτου

Κείμενο: Μαρκία Λιάπη
[email protected]


Ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, περφόρμερ. Γεννήθηκε το 1970. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην ιστορία της τέχνης. Aπό το 2014 είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.  Εργάστηκε ως εικαστικός επιμελητής στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, δίδαξε ιστορία τέχνης και λογοτεχνία στη Δραματική Σχολή του Κ.Θ.Β.Ε. και σε άλλες σχολές, ενώ έχει διοργανώσει μαθήματα και σεμινάρια ποίησης και δημιουργικής γραφής στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Πρωτοδημοσίευσε ποίηση το 1991. Το 1999 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο ποίησης (Υπνωτήριο – Εννιά νυχτικές παραβολές, Εκδόσεις Εντευκτηρίου). Από τότε έχει εκδώσει άλλα επτά βιβλία ποίησης με τελευταίο: εσύ: τα στοιχεία, Νεφέλη 2017 (που τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών). Έχει συμμετάσχει σε πολλά διεθνή φεστιβάλ ποίησης, ενώ κείμενά του έχουν μεταφραστεί σε δεκατέσσερις γλώσσες και έχουν συμπεριληφθεί σε περιοδικά και ανθολογίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Στα τέλη Νοεμβρίου πρόκειται να ξεκινήσει το εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής του Ιανού, στο οποία θα διδάσκετε. Όπως αναφέρετε στην περιγραφή του μαθήματος, βασικό εργαλείο της ποιητικής άσκησης και έμπνευσης είναι το σχήμα Κόσμος-Εαυτός-Τέχνη. Πιστεύετε πώς είναι το διαχρονικό σχήμα δημιουργικής πορείας ή πλέον έχει προστεθεί η μεγάλη δεξαμενή της παράδοσης ως τόπος έμπνευσης; 

Και μάλιστα αυτή τη φορά το εργαστήρι θα λειτουργήσει με ένα όχι ταχύρρυθμο, αλλά «κανονικό» τμήμα δέκα εβδομαδιαίων, τρίωρων μαθημάτων (30 ώρες διδασκαλίας), που θα μας δώσουν τον χρόνο και την ευκαιρία να εντρυφήσουμε σε όψεις του ποιητικού φαινομένου και να βυθιστούμε με ακρίβεια και λεπτομέρεια στη δουλειά των συμμετεχόντων.

Ναι, πιστεύω πολύ στο τριμερές σχήμα Κόσμος (πραγματικότητα, πολιτική, καθημερινότητα, επικαιρότητα) – Εαυτός (ψυχική δομή, στοιχεία ψυχανάλυσης, βιογραφία, προσωπικές εμμονές, φαντασία, όνειρα) – Τέχνη (επιλογές από όλο το φάσμα των τεχνών, όχι μόνο της λογοτεχνίας αλλά και των εικαστικών και των παραστατικών). Πρόκειται για ένα διαχρονικό τρίπτυχο δημιουργίας, που όμως στους καιρούς μας βρίσκει ιδιαίτερους τρόπους εφαρμογής.

Όσο για την «παράδοση», που αναφέρετε, η «δεξαμενή» της είναι πάντα εκεί, στη διάθεσή μας, προς άντληση (όχι όμως κι εξάντληση: δηλαδή, χωρίς να το παρακάνουμε). Θα το έθετα, λοιπόν, αλλιώς: ο μόνος τρόπος για να «μάθεις» (πρώτα) και για να «διδάξεις» (έπειτα) αυτό που ποτέ ακριβώς δεν μαθαίνεται-διδάσκεται (την τέχνη) είναι μέσα από τους πολύτροπους συσχετισμούς της μέσα στην ιστορία, μα και μέσα μας.

Άλλωστε, στην τέχνη, αυτό που κυρίως μεταδίδεται είναι το πάθος και αυτό που κυρίως διδάσκεται είναι η τεχνική. Σε κάποιον δεν μπορείς να διδάξεις το ταλέντο, αλλά μπορείς να του εμπνεύσεις την αφοσίωση στη δουλειά. Ένα ποίημα είναι σαν ένα γλυπτό που πρέπει να λαξεύσεις μέσα από ένα μεγάλο κομμάτι μάρμαρο, ώστε να μείνει το απολύτως απαραίτητο. Υπό την έννοια αυτή, ο ποιητής είναι όχι τόσο ένας πλάστης, αλλά κυρίως ένα γλύπτης της γλώσσας.

Λέω, λοιπόν, συχνά, χαριτολογώντας, σε μαθητές: «Τρίψε, τρίψε και καθάρισε τη Μορφή, ώστε να γίνει αυτό που είναι, και όχι κάτι που δεν είναι. Απλώς μη την παρατρίψεις. Θέλουμε να την ξεκαθαρίσουμε από τις περιττές προσμείξεις, όχι να την αποστειρώσουμε από τη ζωή (που είναι πάντα κράμα αντιφατικών στοιχείων). Κράτα την ισορροπία αυτή επισφαλή, αλλά υπαρκτή. Αυτός είναι ο τρόπος».

Επειδή καλό είναι να αγαπούμε το λίγο όσο και το πολύ. Και τα δύο θέλουν τον τρόπο τους. Το λίγο θέλει να ξέρεις πρώτα να προσθέτεις πριν αφαιρέσεις. Το πολύ θέλει να ξέρεις πρώτα να αφαιρείς πριν προσθέσεις.

Πώς αντιλαμβάνεστε την στροφή από μια ποίηση εις εαυτόν σε μια συλλογική, αντικαθεστωτική ποιητική πράξη, απώτερο στόχο, όπως τονίζετε, του εργαστηρίου;

Και τα δύο έχουν την ιδιαίτερη σημασία τους.

Καταρχάς, σε αυτούς τους δύστροπους, κακορίζικους, ασταθείς καιρούς, η δημιουργική ενασχόληση με την τέχνη της ποίησης  μέσα στο πλαίσιο μιας ομάδας, ενός εργαστηρίου είναι μία λύση, μία δίοδος, γιατί λειτουργεί βαθιά και η ατομική αλήθεια μας αλλά και η ψυχωφέλεια τού «μαζί». Το ότι ενωνόμαστε και μοιραζόμαστε.

Απώτερος στόχος, βέβαια, είναι να ανακαλύψουμε σταδιακά την εντελώς ιδιαίτερη «φωνή» μας. Γιατί πολύ συχνά η ποιητική φωνή που νομίζουμε για δική μας καλύπτεται από στερεότυπα που μας τα φόρεσαν ήδη από το σχολείο: από διάφορα «πρέπει» και «δεν πρέπει» για το πώς και το γιατί της ποίησης, για την παντοκρατορία του νοήματος κ.ο.κ.

Οπότε τίθεται σιγά σιγά ένα θέμα ειλικρίνειας και αυτογνωσίας. Αλλά για να ανακαλύψουμε τη φωνή μας, για να βρούμε τον εαυτό μας μέσα στην ποίηση, πρέπει να αναμετρηθούμε με το μεγαλύτερο: με την ίδια την ποιητική τέχνη και την ιστορία της, καθώς όμως και με τους άλλους, με τον διπλανό μας. Γιατί τον εαυτό μας τον βρίσκουμε αναμετρώμενοι, όταν βγαίνουμε από τη μονήρη ασφάλειά του και αρχίζουμε και τοποθετούμαστε ως ιστορικά και κοινωνικά όντα. Όταν αρχίζουμε και βλέπουμε τον εαυτό και τα δημιουργήματά μας και από κάποια απόσταση. Είμαι βέβαιος ότι το μέλλον της ποίησης είναι συλλογικό και συνεργατικό, κάτι που ήδη είναι φανερό στους νέους και πολύ νέους ποιητές.

Αλλά τα τελευταία χρόνια συμβαίνει και το εξής: η ποίηση έχει διαισθανθεί βαθιά και ήδη έχει αποτυπώσει τους κραδασμούς της κρίσης που ζούμε, αλλά βεβαίως δεν την περιγράφει (και καλά κάνει), αφού ο ποιητής δεν είναι δημοσιογράφος, για να καταγράφει άμεσα και εύληπτα τις όποιες εξελίξεις. Που σημαίνει πως οι απαντήσεις που η ποίηση δίνει δεν είναι οριστικές, αλλά λοξές, περιθωριακές, αναστοχαστικές, πιο περίπλοκες και γι’ αυτό βαθύτερα λυτρωτικές.

Η καλή ποίηση είναι πάντα πολιτική πράξη, και μάλιστα μονίμως αντικαθεστωτική, αφού δημιουργεί έναν λόγο ελευθερίας, αντίμαχο στον τρέχοντα. Η ποίηση δεν είναι το κλειστό και στάσιμο πεδίο, ούτε η φανατική προσκόλληση στο δεδομένο. Είναι η εξερεύνηση των πολλαπλών πιθανοτήτων.

Κύριε Αμανατίδη, έχετε πραγματοποιήσει σπουδές στο χώρο της Ιστορίας της Τέχνης ενώ παράλληλα τα τελευταία χρόνια ασχολείστε με την ποίηση. Αντλείται έμπνευση από/και τη σύγκλιση των δύο χώρων;

Δημοσιεύω ποίηση από τα 21 μου και είμαι 49. Που σημαίνει ότι ασχολούμαι μαζί της ταυτόχρονα με τις σπουδές μου στην Ιστορία της Τέχνης (δηλαδή των εικαστικών τεχνών στη Δύση από την Αναγέννηση ως τις μέρες μας) στο τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής του Α.Π.Θ. Αλλά ήταν πάντα η ακροβασία, το ανάμεσα, που με γοήτευαν: το μεταπτυχιακό μου ήταν πάνω στη σχέση Λόγου και Εικόνας στον μοντερνισμό, με έμφαση στην περίπτωση ενός ποιητή (που εκφραζόταν και εικαστικά), τον Οδυσσέα Ελύτη. Είμαι μάλλον γεφυροποιός – συγχωρήστε μου την περιαυτολογία. Με αφορά η ένωση και η αναζήτηση των οδών που γεφυρώνουν, παρά αυτών που περιχαρακώνουν. Από κει και πέρα, αργότερα, με απορρόφησε εξ ολοκλήρου η τέχνη, εν προκειμένω της γραφής, και ειδικά της ποιητικής.

Η Τέχνη είναι, φυσικά, ενιαία. Τα υπόλοιπα είναι κατηγοριοποιήσεις, ανθρώπινες κατασκευές. Το βέβαιο είναι πως –ανάλογα με τις εποχές λιγότερο ή περισσότερο– η μία τέχνη αντλεί από την άλλη. Δεν χρειάζεται να θυμίσω το «Ut pictura poesis» του Ορατίου, ούτε τη γνωστή φιλολογία περί «αδελφών τεχνών». Το βέβαιο είναι πως για αιώνες ο Λόγος και η Ποίηση είχαν την πρωτοκαθεδρία έναντι της Εικόνας και της Ζωγραφικής. Ώσπου οι λεγόμενες Εικαστικές Τέχνες πήραν την μοντερνιστική «εκδίκησή» τους. Σήμερα, αν και λέγεται πως υπάρχει επικράτηση του πολιτισμού της εικόνας, θεωρώ πως οι δύο χώροι είναι ισότιμοι και συνυπάρχουν θαυμάσια σε ένα ανοιχτό, σχεδόν ενιαίο πεδίο. Δεν βλέπω, λοιπόν, κανένα δίλημμα. Προτιμώ, άλλωστε, στο κάθε τι πάντα το υβρίδιο, δηλαδή την επικράτηση της ωφέλιμης σύζευξης και όχι της στείρας διάζευξης.

Στην τελευταία συλλογή σας, Εσύ: τα στοιχεία, στο μικροσκόπιο τίθεται ο αποχωρισμός του έρωτα και η προσπάθεια εύρεσης του εαυτού ανάμεσα στην απουσία του άλλου και τη μνημειοποίησή της παράλληλα. Άραγε, ο έρωτας είναι ο καλύτερος δρόμος για να μας οδηγεί στην αποδοχή του εαυτού;

Ο εαυτός δεν είναι ένα αρχαιολογικό αντικείμενο που αναμένει να ανευρεθεί. Βρίσκουμε (και χάνουμε και ξαναβρίσκουμε) τον εαυτό μας κάθε μέρα που περνάει από την ώρα που γεννιόμαστε. Ο εαυτός είναι μία αδιάκοπη ανακατασκευή, είναι το έργο της ζωής μας, είναι διαρκώς υπό διαμόρφωση. Αλίμονο. Και ευτυχώς.

Όμως χωρίς τον Άλλον δεν υπάρχουμε. Ο Άλλος είναι ο δρόμος που θα μας κάνει να αντιμετωπίσουμε (και) τον εαυτό μας. Αυτό απαιτεί χρόνο και –συνήθως επίπονα– είναι κάτι που μαθαίνεται. Μαθαίνουμε δηλαδή σταδιακά να αγαπούμε (τον εαυτό μας και τους άλλους) με μη καταπιεστικούς, με μη αφόρητα εγωιστικούς τρόπους, ώστε να αντέχουμε να δίνουμε και να δεχόμαστε την αγάπη και τον έρωτα, την ασφάλεια, την ελευθερία, μα και την αντοχή στη μοναξιά. Είμαστε μία αντίφαση: Χρειαζόμαστε πάντα το πλαίσιο (διαμονής) μα και τη θύρα (διαφυγής). Ερχόμαστε στη ζωή για να μάθουμε το μαζί μα και το πένθος του χώρια. Αυτή είναι η ανθρώπινη κατάσταση.

Όσο για το «εσύ: τα στοιχεία»: δεν μνημειοποιείται τόσο η απουσία του άλλου, αλλά η αγάπη που μπορεί πλέον να δεχτεί τη μετατόπιση του άλλου, το τέλος της σχέσης, την απομάκρυνση. Θα έλεγα πως είναι η δική μου σύγχρονη εκδοχή του ρομαντισμού. Κάπως έτσι, ο έρωτας και η αγάπη (το απαύγασμα της ζωής δηλαδή) γίνονται ένα ιδανικό πεδίο για να δοκιμαστεί ο εαυτός μας και στην αποδοχή του θανάτου, δηλαδή του τέλους. Ωστόσο –και συγχωρήστε μου το οξύμωρο– τίποτα δεν τελειώνει τελείως. Ό,τι αγαπήσαμε υπάρχει. Όταν δεν θα υπάρχουμε, θα υπάρχουν αυτοί που μας αγάπησαν. Και τα λοιπά.

Αν θέλαμε τώρα να συζητήσουμε για τον έρωτα στη λογοτεχνική του διάσταση, θα έλεγα πως μέγα ζήτημα στη γραφή, και ειδικά στην ποίηση, είναι το πώς να είσαι βιωματικός, χωρίς στην ουσία ποτέ να περιαυτολογείς. Έπειτα, η «ερωτική» ποίηση πρέπει να έχει κατά νου πως ακόμη και αν η απόγνωση μέσα της περισσεύει (δηλαδή ακόμη και αν βασικό θέμα της είναι το παρελθόν ή και ο «χαμός» του αγαπώμενου), η γραφή κοιτάζει μόνο μπροστά, το μέλλον, και ασχολείται σταθερά με το Εύρημα: δηλαδή με αυτό που διά της γραφής θα βρεθεί –όσο αμφίρροπα, ολόκληρα ή λειψά– στη θέση εκείνου που αγάπησες, εκείνου που ας πούμε πως έχει «χαθεί».

Τι αισθήματα σας άφησε η βράβευση από την Ακαδημία Αθηνών;

Θα επαναλάβω περίπου ό,τι είχα δηλώσει στην εφημερίδα «Το Βήμα» τότε, αλλάζοντας απλώς τον ενεστώτα σε αόριστο: «Η βράβευση μου έδωσε βαθιά χαρά και πολλαπλή ώθηση να συνεχίσω. Μέσα από τη φετινή επιλογή να βραβευτεί συγκεκριμένο βιβλίο ποίησης, και όχι ένας ποιητής, αναδρομικά, για το σύνολο του έργου του, διαφάνηκε ίσως και μια αναγνώριση προς εκπροσώπους της νεότερης γενιάς ποιητών. Ιδιαιτέρως όμως με συγκίνησε και το θετικό νεύμα προς την πειραματική, επιτελεστική, υβριδική, αλλά και ερωτικώς ανεξίθρησκη, διάσταση της συνολικότερης ποιητικής εργασίας μου».

Κοντά έναν χρόνο μετά, θα πρόσθετα και τα εξής: Πέρα από την ηθική τιμή, μία τέτοια βράβευση είναι –έστω για μερικούς μήνες– και μία οικονομική ανακούφιση (από τις ελάχιστες εναπομείνασες) σε καιρούς δύσκολους. Για δημιουργούς όχι και τόσο νέους πια, που ούτε έχουν ολοκληρώσει το έργο τους, αλλά ούτε και πρωτάρηδες είναι. Και που σε άλλες κοινωνικές συνθήκες θα ήταν εκείνοι που τώρα θα «άνθιζαν», εάν ζούσαμε σε μια κοινωνία που ανθεί. Και αν αυτή η κοινωνία κατανοούσε πως η ενασχόληση με την τέχνη είναι εργασία.

Κλείνοντας, τί σημαίνει δημιουργία για εσάς σήμερα;

Αν  θέλατε μια πιο μελοδραματική –αληθινή, ωστόσο– προσέγγιση, θα απαντούσα ως εξής: Αναρωτιέμαι πράγματι καμιά φορά γιατί δουλεύω με τη γραφή εντατικά, με το ποσοστό ειλικρίνειας, πραγματικότητας και φαντασίας, τέχνης και τεχνικής που διαθέτω ή μου αναλογεί. Γιατί επιχειρώ να αναδείξω τη δουλειά μου αυτή (τη γραφή και τα γύρω από αυτήν) σε επάγγελμά μου. Και σχεδόν: γιατί προσπαθεί κανείς για το οτιδήποτε σήμερα. Σήμερα που όλα φαίνεται να μη λειτουργούν. Και είναι φορές που όντως δεν έχω απάντηση. Αλλά η επιμονή μου είναι πια προορισμός. Ξέρω ότι χωρίς αυτό ο κόσμος θα ήταν, έτσι κι αλλιώς. Αλλά χωρίς αυτό, απλώς δεν θα ήμουν. Οπότε –τι άλλο;– συνεχίζουμε…

Αν, πάλι, θέλατε μια πιο ψύχραιμη απάντηση, θα έλεγα πως δημιουργώ γιατί προσπαθώ ακόμη να προσεγγίσω ένα μυστήριο. (Τέχνη αποκαλώ τη μετατροπή της τεχνικής και του τρικ σε ποίηση. Η μετατροπή αυτή είναι πάντα ένα μυστήριο.) Πάντως, όποιο είδος (ή συνδυασμό) γραφής και αν «υπηρετούμε”, όποιο στυλ και αν ακολουθούμε, στη γραφή προτιμώ να (προσ)ερχόμαστε ανυπεράσπιστοι, με βεβαιότητα καμία, και όσο πιο «ειλικρινείς» (εννοώ: σαν γδαρμένοι μπρος στον φακό του δυνητικού αναγνώστη). Και πάντα ψάχνοντας στο σκοτάδι ή στο ημίφως, σε αναρώτηση και αναζήτηση. Θαρρώ πως, στην τέχνη, καμιά απόλυτη βεβαιότητα δεν ωφέλησε είτε το έργο είτε τη δημιουργική πρόσληψή του.

Δημιουργία, λοιπόν, για μένα σήμερα είναι η εξακολούθηση της περιέργειας. Η αναζήτηση της αποτύπωσης του εαυτού μέσα στην εποχή. Τα τελευταία είκοσι χρόνια (που θα τα αποκαλούσαμε διαδικτυακά) η εποχή έχει αλλάξει πολύ, το ίδιο και η εμπειρία μας. Τα αντανακλαστικά μας ως τεχνιτών του λόγου ας είναι οξυμένα από το παρόν.


*Τα σεμινάρια στο εργαστήριο του Ιανού Θεσσαλονίκης θα ξεκινήσουν την Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2018 με τίτλο: Το σύμπαν της Ποίησης. Με τη δημιουργική ομάδα του σεμιναρίου ο Βασίλης Αμανατίδης, επιχειρήσει να κάνει τον γύρο του κόσμου της ποίησης –αλλά και να διεισδύσει σε αρκετό από το βάθος της– μέσα σε 30 μόλις ώρες. Οι συμμετέχοντες θα ασκηθούν στα τεχνικά στοιχεία της ποιητικής τέχνης: κυριολεξία, μεταφορά και μετωνυμία, στίξη, τομές, ρίμα, έμμετρος-ποικιλόμετρος-ελεύθερος στίχος, συντακτικό, σχήματα λόγου, ύφος, ήχος, προσωδία, ρυθμός. Περισσότερα στη σελίδα του Ιανού.

Δείτε επίσης