O Λαβ είναι ένας προφήτης, ένας επαναστάτης συναισθημάτων, του Μάνου Δασκαλογιάννη

0

Ο πόλεμος και η αγάπη, δύο δυνάμεις αντίθετες μα τόσο στενά συνδεμένες. Η αγάπη για μιαν Ελένη επέφερε τον Τρωικό πόλεμο, η αγάπη ήταν πάντα το καταφύγιο από την φρίκη της μάχης. Ο πρώτος πηγή καταστροφής, η δεύτερη πηγή ζωής, έμπνευση δημιουργίας. Ωστόσο, σε χαλεπούς καιρούς, όταν ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος, το μίσος για τον δίπλα τείνει να αποδεικνύεται ισχυρότερο από κάθε αίσθημα αλληλεγγύης και αδελφοσύνης. Και ποιό μπορεί να είναι το αντίδοτο απέναντι στην μανία;

Αναζητώντας απάντηση, ο Ιάσονας Σίγμας έγραψε Ένας Στρατιώτης που τον έλεγαν Λαβ, ένα έργο πρωτότυπο, που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Συγγραφής Θεατρικού Έργου το 2016 από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, και αγαπήθηκε από κοινό και κριτικούς. Είναι ένα έργο που δεν μπορεί να μπει σε στενά καλούπια, ακουμπώντας σε περισσότερα είδη λογοτεχνικά, με γλώσσα ιδιαίτερη και δυνατή, ένας ευφυής συγκερασμός σύγχρονου θεάτρου και δομής αρχαίας τραγωδίας.

Ο Λαβ είναι ένα νεαρό αγόρι που από πολύ νωρίς διαγνώστηκε με το “επιθετικό” γονίδιο και για αυτό, με την συναίνεση των γονιών του, αφέθηκε στα χέρια του αδυσώπητου καθεστώτος του Στρατού, προκείμενου κάθε τάση παραβατικότητας να καταπνίγει. Για πολύ καιρό είναι ο καλύτερος, ο πιο γενναίος στρατιώτης, πρώτος στο πεδίο της μάχης, όμως αυτό δεν κρατά για πολύ, η φλόγα που τρεμόπαιζε μέσα στο στήθος του δεν έσβησε ποτέ. Ενάντια στην θέληση των ανωτέρων του, αψηφώντας τις ικεσίες των φίλων του και συστρατιωτών του, με κίνδυνο της ζωής του, θα δραπετεύσει από την στρατιωτική καταπίεση και θα ξεκινήσει σαν άλλος μικρός πρίγκηπας την περιπλάνηση στην άγνωστη για αυτόν μέχρι τώρα κοινωνία και με απώτερο στόχο να βρει την χαμένη του οικογένεια.

Στο δρόμο του θα συναντήσει την απληστία, τον φθόνο, την λαιμαργία,την λαγνεία, αρρώστιες του κορμιού και της ψυχής και πάνω απ’όλα μίσος, το μίσος για τους ξένους, τους διπλανούς και τους διαβάτες, το μίσος για τον ίδιο, το Λαβ, γιατί Λαβ σημαίνει αγάπη, και η αγάπη που προσφέρει απλόχερα σε όλους ο πρωταγωνιστής είναι ο πιο επικίνδυνος εχθρός για όσους έχουν πολλά αλλά δεν έχουν τίποτα. Έτσι η ιστορία γίνεται αλληγορία, ξετυλίγεται επάνω στη σκηνή σε ολόκληρη η συμβολική της διάσταση, καθώς ο ήρωας δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο, αλλά το ίδιο το πανίσχυρο συναίσθημα της αγάπης, της πολυπρόσωπης, που δεν αναγνωρίζει φυλές και φύλα, που εξυψώνεται σε υπεραξία μέσα από την παγκοσμιότητά της, υπεραξία όχι όμως του χρήματος και του κεφαλαίου αλλά της καρδιάς.

Ίσως πάλι ο Λαβ είναι ένας προφήτης, ένας επαναστάτης των συναισθημάτων, ένας χριστιανικός Μεσσίας των καιρών μας, που έρχεται για να καταγγείλει το μεγάλο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, της λησμονιάς των ιδανικών της και τον αφανισμό των συναισθημάτων της. Όπως ο ίδιος αναρωτιέται “από πότε οι άνθρωποι έπαψαν να κοιμούνται αγκαλιά τη νύχτα”;

Ο ήρωάς μας ενσαρκώνεται από τον Μάνο Πετράκη, σε μια ερμηνεία έντονα απαιτητική, τόσο σωματικά όσο και υποκριτικά, καθώς καλείται και καταφέρνει να ξεγυμνώσει τη ψυχή και το κορμί του πάνω στο θεατρικό σανίδι και να σκιαγραφήσει το προφίλ ενός χαρακτήρα σύνθετου, γιατί ο Λαβ δεν είναι απλά ένας άνθρωπος, είναι συγχρόνως και άντρας και γυναίκα και παιδί, δηλαδή  η αγάπη η ίδια.

Ταυτόχρονα, γύρω από τον Λαβ, κινούνται άλλοι δευτερεύοντες χαρακτήρες, άλλοι εχθρικοί, άλλοι φιλικοί, εντούτοις όλοι τους  βλέπουν μόνο μια πλευρά του πρωταγωνιστή, άλλος τον αδελφό, άλλος τον επίδοξο εραστή, άλλος τον χαμένο γιο. Ο πολυάριθμος θίασος λειτουργεί αρμονικά συντονισμένος τόσο σε κινησιολογικό όσο και ερμηνευτικό επίπεδο, με συγχρονισμένες σωματικές ακολουθίες όπως η στρατιωτική παρέλαση να εντυπωσιάζουν το κοινό (εύσημα πρέπει να αποδοθούν στην κινησιολόγο Βάλεια Παπαχρήστου), ίσως εν μέρει και εις βάρος της καθαυτής ηθοποιίας. Ιδιαίτερη μνεία θα έπρεπε να γίνει στην Παρθενόπη Μπουζούρη στο ρόλο της μάνας, στο Θανάση Βλαβιανό σε αυτόν του πατέρα, τη Θάλεια Σταμετέλου ως κόρη,το Δημήτρη Δρόσσο ως αφηγητή, αλλά και στον τριμελή χορό (Μάριος Κρητικόπουλος, Γιώργος Πατεράκης, Κώστας Κουτρουμπής) του έργου, που σαν ελβετικό ρολόι κουρδισμένοι χαρίζουν μερικές από τις πιο αξιομνημόνευτες  σκηνές της παράστασης.

Δεν απουσιάζει ωστόσο και το κωμικό στοιχείο, απαραίτητη ανάσα κατά την εξέλιξη της πλοκής. Ο πλούσιος ερμηνευόμενος από τον Νίκο Γιαλελή, η πόρνη της Σεραφίτας Γρηγοριάδου, ο άστεγος υποδυόμενος από τον Νέστορα Κοψιδά, ο στερημένος από αληθινή ζωή φιλόσοφος (Σπύρος Τεσκούρας), μέσα από το γκροτέσκο των ρόλων αναδεικνύουν τις παθογένειες της κοινωνίας και αποδεικνύουν πως σημασία δεν έχει η κοινωνική τάξη- όλοι είναι θύματα της ίδιας πλάνης, αναπληρώνοντας τα κενά τους με κίβδηλες αξίες.

Από την άλλη, το σκηνικό της περιπλάνησης είναι βαρύ, λιτό, με το πάτωμα στρωμένο από βαριές, πέτρινες πλάκες που χάρις στην σκηνοθετική οξύνοια της Ελένης Μποζά, με λίγες κινήσεις από τους ηθοποιούς, ταχύτατα μετατρέπεται από στρατώνα σε τάφο και από τάφο στο εσωτερικό ενός σπιτιού. Στην ιδιαίτερη ατμόσφαιρα της παράστασης, όπου κυριαρχεί  το γκρίζο, όσο δηλαδή γκρίζα είναι και η στείρα εποχή μας, με σχεδόν απόλυτη απουσία χρωμάτων, συμβάλλει και το έντονο μακιγιάζ των ερμηνευτών ώστε συχνά να κρύβεται το πρόσωπό τους, όπως επίσης και η απλότητα των ρούχων που φορούν (Κωνσταντίνος Ζαμάνης ο ενδυματολόγος). Παράλληλα, ανάμεσα στις πράξεις του έργου εμφιλοχωρεί η  όμορφη μουσική ενορχήστρωση του Χαράλαμπου Γωγιού, η οποία πότε επιτείνει την ένταση, πότε ηρεμεί τον θεατή από την σκληρότητα της δράσης.

Συνοψίζοντας, το Ένας Στρατιώτης που τον έλεγαν Λαβ είναι ένα έργο δυνατό, γεμάτο συμβολισμούς και κρυφά νοήματα, μια απόπειρα, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερη επιτυχημένη, να θίξει μια σοβαρή πληγή της εποχής μας, την αποκτήνωση των ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά και το μιθριδατισμό του πλήθους στην ωμή βία. Δεν είναι μια παράσταση εύκολη για το κοινό, καθώς πολύ λίγα λέγονται και πολύ περισσότερα υπονοούνται, ενώ αναμφίβολα υπάρχουν σημεία που ένιωσα την υποψία μιας επερχόμενης κόπωσης από την βαρύτητα του θέματος. Ωστόσο, η διαύγεια της συγγραφικής πένας και το μεράκι των συντελεστών απαλύνουν τις όποιες ατέλειες και προσφέρουν στην θεατρική Αθήνα μια αυθεντικά πρωτοποριακή παράσταση όπου το κοινωνικό αισθητήριο μοιάζει να είναι κολλημένο στο κόκκινο.

Δείτε επίσης