Είδαμε την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Χειλάκη-Δούνια

0

Κείμενο: Μαρκία Λιάπη ([email protected])

«Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του.»
Ντίνος Χριστιανόπουλος
, «Είμαι εναντίον».

Όλοι γνωρίζουμε την Αντιγόνη. Μαζί με τον Οιδίποδα, είναι το πιο οικείο πρόσωπο του δυτικού τραγικού ρεπερτορίου, ένα σύμβολο του ανθρώπινου εγώ απέναντι στο μη ανθρώπινο. Αυτή είναι και η διαφορά της από τον μυθικό πατέρας της: αν, μετα-φρουδικά, μιλάμε διαρκώς για το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, το οιδιπόδειο τραύμα, το οιδιπόδειο και προ-οιδιπόδειο στάδιο, το κάνουμε για να αισθανθούμε την καταγωγική μας σύμπλευση, το γεγονός ότι όλοι, πρώτα ως ανθρώπινο σώμα και έπειτα ως πνεύμα, θα περάσουμε από την ίδια ευάλωτη επιθυμητική πορεία απέναντι στους δύο γονείς, θα μπούμε αποσχισμένοι και τραυματισμένοι στην κοινωνία των ανθρώπων, στο Νόμο του Πατέρα, στον κόσμο του Συμβολικού με ψυχαναλυτικούς όρους. Σε αυτό τον κόσμο, είναι σίγουρα ενδιαφέρουσα η συνάντηση μας με την κόρη του Πατέρα, την Αντιγόνη, γιατί εκείνη είναι που θέτει το ζήτημα της άλλης όψης του ανθρώπινου: δεν γεννήθηκα για να υπακούω τους νόμους του Πατέρα, του μίσους, της τάξης, της πόλις, αλλά της αγάπης, του άγραφου δικαίου, της σύνδεσης με τον «σύντροφο εν διαφορά», δηλαδή τον νεκρό Πολυνείκη, με κάθε κόστος. Το κόστος είναι φυσικά ο θάνατος, και πολύ περισσότερο η απομόνωση μέχρι το θάνατο. Ο Οιδίποδας μας ενώνει υπό την τραγική κοινή ανθρώπινη υπόσταση, η Αντιγόνη μας ενοχλεί πολύ, στέκεται πάνω στο τείχος της ταφής του Πολυνείκη και μας προκαλεί να σκεφτούμε ξεχωριστά για τον καθένα το –κωμικό πια— τί είναι ο άνθρωπος.

Ο Κρέων
Η Αντιγόνη διδάχτηκε το 441 π.Χ. και αποτελεί μια από τις αρτιότερες τραγωδίες του Σοφοκλή αλλά και του ευρύτερου τραγικού κύκλου, κυρίως λόγω μορφολογικών αρετών: υψηλής ποιητικής τέχνης χορικά στάσιμα, οξυδερκής στοχασμός γύρω από την ανθρώπινη δράση («Πολλά τα δεινά, αλλά τίποτε δεινότερο από τον άνθρωπο δεν υπάρχει»), ενότητα χώρου-χρόνου, δομημένη δράση, παρακολούθηση της τραγικής πτώσης ενός ήρωα –του Κρέοντα, λύση της δράσης και αποκατάσταση. Μαζί με τον Οιδίποδα Τύραννο αποτέλεσε για πολλούς αιώνες κανόνα της τραγικής τέχνης, ενώ για το ελληνικό κοινό είναι μέρος της σχολικής του μνήμης μιας και διδάσκεται –για πόσο καιρό άραγε πριν την κλωτσήσουμε εξίσου τραγικά από το σχολικό πρόγραμμα–  στην δεύτερη τάξη του Λυκείου. Έτσι, για να το επαναλάβουμε, η Αντιγόνη είναι πολύ οικεία, μέρος της διανόησης –ειδικά αν προσθέσουμε και τις νέες ερμηνείες των τελευταίων 50 χρόνων– και της προσωπικής σκέψης. Η αντίσταση της στον Κρέοντα, όντως επιπλέον γυναίκα, η διακήρυξη της αδερφικής αγάπης και του σεβασμού προς τους θεούς, και το σθένος μπροστά στην τιμωρία του θανάτου την μετατρέπουν σε σύμβολο της ανθρώπινης εμπρόθετης δράσης, της ελευθερίας του πνεύματος και της επανάστασης απέναντι στην άτεγκτη εξουσία. Ο Κρέων, αντίθετα, συμβολίζει τον αυταρχισμό και τον εγωισμό του κυβερνήτη, ακόμα και αν πολλές φορές διατείνεται ότι λειτουργεί υπέρ της πόλης. Ανάμεσα στον θεϊκό και ανθρώπινο, πολιτειακό επιπλέον, νόμο, η Αντιγόνη πραγματεύεται την γνώριμη διάσταση για το κοινό της αρχαίας Αθήνας, την σύγκρουση της νεοσύστατης δημοκρατίας με το άτομο, τους νόμους της πόλις-κράτους με τους νόμους της οικογένειας.

Είναι ενδιαφέρουσα η παρουσίαση του Κρέοντα από την παράσταση των ΧειλάκηΔούνια, γιατί προβάλλει αυτή την σύγκρουση με μια σύγχρονη προσέγγιση. Ο Κρέων γίνεται ο πρωταγωνιστής του δράματος, εφόσον κειμενικά εκείνος είναι το τραγικό πρόσωπο, ο οποίος οδηγείται σταδιακά στην πτώση χωρίς να το γνωρίζει. Γύρω από την επιβλητική αλλά σταθερή παρουσία του στοιχειοθετείται η δράση, και τίθενται τα ερωτήματα της ανθρώπινης ή της θειικής εντολής, του τραγικού «τι να κάνω;» που επαναλαμβάνει προς το χορό μετά τους χρησμούς του Τειρεσία. Ο Αιμίλιος Χειλάκης, ως ερμηνευτής, στέκεται στο μεγαλύτερο μέρος του έργου εντός του ρόλου και της νέας επένδυσης του, δείχνοντας το αδιέξοδο της πολιτείας, απόλυτης και αντιδραστικής, απέναντι στις εξίσου απόλυτες αξίες της συγγένειας, του θανάτου, της αγάπης. Πως θα σταθεί η πολιτεία απέναντι στην οικογένεια; Είναι ένας κύκλος που επαναλαμβάνεται, όπως ο Κρέων στριφογυρίζει γύρω από το βωμό-θρόνο-τάφο, το μοναδικό σκηνικό του έργου.

Για να στηθεί όμως σωστά ο ρόλος του Κρέοντα η Αντιγόνη της Αθηνάς Μαξίμου γίνεται ένα ανδρείκελο, μια κούκλα που φωνάζει τις ιδέες του παρελθόντος. Είναι δύσκολο να συν-πάσχουμε με το τραύμα μιας αποστασιοποιημένης φωνής, και έτσι, αναγκαστικά, θα στραφούμε στον οικείο μας Κρέοντα. Η τραμπάλα θα γείρει υπέρ του, δυστυχώς επειδή η Αντιγόνη μετατράπηκε στο εξαϋλωμένο σύμβολο της αγάπης, του μητριαίου χώρου, της μεγάλης καρδιάς που είναι ραμμένη στα εξαιρετικής αισθητικής κοστούμια της Εύας Νάθενα.

Απέναντι στην κυριαρχία του Κρέοντα ο Μιχάλης Σαράντης επιδεικνύει ερμηνευτικό εύρος στους ρόλους του Αίμονα, του αγγελιοφόρου και της Ισμήνης, με σημαντικότερο τον πρώτο. Η συνάντηση τους είναι από τις υψηλότερες στιγμές της παράστασης γιατί φανερώνεται τη σχεδόν, επίσης, υπερκόσμια λογική του Αίμωνα, το παιδί ανάμεσα στο Νόμο του Πατέρα και στο σύμβολο της Αντιγόνης.

Ο τάφος
Η στροφή του ενδιαφέροντος στους ερμηνευτές υπαγορεύεται από την προσέγγιση της τριμερούς διαίρεσης των ρόλων, σύμφωνα με την αρχαία πρακτική. Η σχέση βέβαια με το αρχαίο διακείμενο δεν έχει κάποια συνοχή στο σύνολο της παράστασης, όπως και η παρεμβολή των αρχαίων αποσπασμάτων στα χορικά. Το τελευταίο, ωστόσο, είναι ζήτημα μεταφραστικό και φανερώνει το γλωσσικό ή ακόμη και πολιτισμικό βαρόμετρο της εποχής (τί είδους μεταφράσεις χρειαζόμαστε και γιατί). Απέναντι στη σύγχυση με το παλιό, το σκηνογραφικό και ενδυματολογικό κομμάτι αποτελεί την κορωνίδα της παράστασης. Ο μαρμάρινος κύβος της σκηνής, πάνω, γύρω, από και δίπλα από τον οποίο δρουν οι ερμηνευτές και ο χορός –ορισμένος απόλυτα από τη λαϊκότροπη και άστοχη σε σημεία μουσική σύνθεση του Σταμάτη Κραουνάκη— δηλώνει άλλοτε το θρόνο του Κρέοντα, άλλοτε τον βωμό της θυσίας της Αντιγόνης και άλλοτε τον τάφο ως σημείο, εκείνο το πέρασμα μέσα από το οποίο η Αντιγόνη, μόνη, περνά στο απόλυτο σχίσμα –ή ένωση αν σκεφτούμε τη ρωγμή του τάφου—με τον άλλο κόσμο, το επέκεινα και την συμβολοποίησή της. Η Εύα Νάθενα προσφέρει ένα σκηνικό χάρμα οφθαλμών, θυμίζοντας τη γλυπτική του Constantin Brancusi, με συνειρμούς για το σύμπλεγμα ένωσης και την απόσχισης.

Η σκηνοθετική γραμμή φαίνεται να ποντάρει τα ρέστα της στη διάδραση με το σκηνικό και να επιμένει, σοφά, στη σχέση με το χώρο, όπως φαίνεται στην πολύ σημαντική σκηνή του Τειρεσία. Δυστυχώς, όμως η Αντιγόνη για να γίνει Κρέων παραμερίστηκε επίσης σε διάκοσμο, αφήνοντας τον Κρέοντα να σηκώνει όλο το βάρος μιας παράστασης για το –κωμικό πια;– τι είναι ο άνθρωπος.

Δείτε επίσης