Είδαμε την παράσταση«Ένα φεγγάρι για τους καταραμένους» του Ευγένιου Ο’ Νηλ

Ένα Φεγγάρι για τους καταραμένους - Ιωάννα Παππά, Γιάννης Νταλιάνης @ Βάσια Αναγνωστοπούλου
0
Κείμενο: Σταμάτης Παρασκευάς
[email protected]

Εκείνος έστριψε τη γωνία και χάθηκε καταντροπιασμένος.
Κανείς δεν τον ξανάδε πια. Και μόνο εκείνη η γυναίκα,
θα ‘ρθεί η αναπότρεπτη ώρα
μια νύχτα, που θα νοιώσει με τρόμο ξαφνικά,
πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά,
την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.
(Τάσος Λειβαδίτης)

Οι άνθρωποι φεύγουν, να βρουν μια καλύτερη μοίρα ή τη δίκαιη μοίρα, αυτή που πιστεύουν ότι τους αξίζει. Έτσι φεύγει στην αρχή ο αδερφός της Τζόσι κι αργότερα ο άνθρωπος με τον οποίο είναι ερωτευμένη. Η Γη της Επαγγελίας είναι μακριά από τον άγριο τόπο που κατοικούν οι Τζόσι κι ο πατέρας της, Φιλ, που πάντα σκαρώνει κάτι για να μπορέσει στο τέλος να γλιτώσει από τη φτώχεια και τη τωρινή ζωή του. Αλλά δε τολμά κανένας από τους δύο να φύγει ποτέ.

Ο Ο’Νηλ γράφει το Ένα φεγγάρι για τους καταραμένους λίγο μετά το Το μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στην νύχτα, γραμμένο στην περίοδο 1941-1943. Μια προσωπική κατάθεση για την οικογενειακή του ζωή (ο Τζιμ Ταϊρόν ομοιάζει του πραγματικού του αδελφού), για τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και τάσεις λύτρωσης και αυτοκαταστροφής που υπάρχουν ταυτόχρονα στην ανθρώπινη φύση. Το έργο καλύπτει μια χρονική διάρκεια από το μεσημεράκι της μιας μέρας μέχρι το ξημέρωμα της επόμενης, ούτε καλά καλά μία μέρα, μέσα στον οποίο χρόνο θα υπάρξουν όνειρα, προσδοκίες, ματαιώσεις,σκληρότητα, τρυφερότητα, ξεγέλασμα, αθωότητα, ενοχή, ήλιος, φευγιό, φεγγάρι, παραμονή, εξάρτηση.

Το Θέατρο Πορεία αποτελεί ένα σημαντικό θεατρικό σταθμό για κάθε σεζόν, με παραστάσεις-προτάσεις, που συζητιούνται για τον έναν ή τον άλλον λόγο. Ο Ο’Νηλ που ανέβηκε εφέτος είχε τη σκηνοθετική ματιά της Μαριλίτας Λαμπροπούλου (μετά τη Σκακιστική Νουβέλα του Τσβάιχ συνεργάζονται ξανά Θέατρο Πορεία και η σκηνοθέτις). Μια ματιά διακριτική και πιστή στο κείμενο του έργου (το απαιτεί άλλωστε ένα κομμάτι μιας εργογραφίας που έχει αποσπάσει 4 Πούλιτζερ και 1 Νόμπελ Λογοτεχνίας), που το έφερε στη σκηνή του θεάτρου. Το σκηνικό ήταν μια ξύλινη καλύβα, από αυτές που παραπέμπουν κατευθείαν στις ΗΠΑ και στην σκληροτράχυλη επαρχία τους, με διάσπαρτα βαρέλια τριγύρω και πιο πέρα το χοιροστάσιο, του οποίου ιδιοκτήτης είναι ο πατέρας, ο Φιλ. Μια γουρουνοκεφαλή και μια σφαγή-θυσία στην αρχή και μια γουρουνοκεφαλή και ένα χορός προς το τέλος έδωσαν μέσα από την κίνηση του Ιωάννη Κοτίδη μια πιο ονειρική διάσταση και πιο σουρρεαλιστική ματιά, η οποία όμως δεν υποστηρίχτηκε διόλου στο υπόλοιπο έργο (διάρκειας 2 ωρών) και φάνηκε πολλά υποσχόμενη να επιδώσει ένα μήνυμα, αλλά εντελώς αδύναμη τελικά.

Ο τελευταίος αδερφός της Τζόσι φυγαδεύεται από την αδερφή του (όπως οι άλλοι δύο αδελφοί του) για να ξεφύγει από τον πατέρα και τη ζωή σε αυτόν τον τόπο. Ο Μάικ Χόγκαν (Ντίνος Γκελαμέρης) είχε καλές στιγμές, αλλά η παρουσία του στη σκηνή ήταν τόση όση χρειαζόταν για να παιχτεί η σκηνή από την πρώτη πράξη του έργου και να δηλωθούν κάποια απαραίτητα στοιχεία για τη συνέχεια. Η Ιωάννα Παππά (Τζόσι Χόγκαν), διαρκώς παρούσα, δυναμική, καλο-κουρντισμένη (όπως και γενικά το τρίπτυχο που κυριάρχησε επί σκηνής στο υπόλοιπο έργο: Τζόσι-Τζιμ-Φιλ), με ωραίες στιγμές να υπογραμμίζουν την ειρωνεία και τα συναισθήματα που υπονοούνταν, αλλά δεν έβγαιναν στην επιφάνεια, όμως προς το τέλος φάνηκε, ότι υπήρξαν κάποια μανιερισμοί, που ενώ ανέδειξαν την έντονη παρουσία της στην αρχή, προς το τέλος αποδείχτηκαν απλώς διεκπεραιτωτικοί. Ο Τζιμ Ταϊρόν (Γιώργος Τριανταφυλλίδης) μάς κέρδισε μπαίνοντας με γρέζι και τραγούδι και με την μποέμικη ζωή (και την ανάμνησή της) διάχυτη στο στυλάκι του. Είχαν αρκετά καλή χημεία με την Ιωάννα Παππά και με τον τρίτο, τον πατέρα της Τζόσι (Γιάννης Νταλιάνης), ο οποίος καίριος, με μια παρουσία πάνω στη σκηνή, έδειχνε πλήρως πως ήξερε πού πήγαινε και πού πατούσε, αποδίδοντας τις ψυχο-συναισθηματικές εναλλαγές του ιδίου, αλλά και τους κραδασμούς που εισέπραττε από τους άλλους στη φωνή, την στάση του σώματος και την ένταση.

Έμπειρος φωτισμός (αν και επιπλέον φωτισμός από το έδαφος προς τα πάνω θα αναδείκνυε φιγούρες πιο απόκοσμες και σκοτεινές -ένα σκοτάδι που σχολιάζει έντονα μες στο κείμενό του ο Ο’Νηλ) από τον Σάκη Μπιρμπίλη και εκπληκτικά μουσικά μοτίβα από τον Κώστα Γάκη.

Η σκηνή που κερδίζει είναι σίγουρα εκείνη που ο Τζιμ κοιμάται στην αγκαλιά της Τζόσι, η οποία, αν και παρθένα, έχοντάς τον κάνει να εξομολογηθεί και κλάψει για όσα τον βαραίνουν στην ποδιά της, νιώθει ότι το πρωί έχει “γεννήσει”, φέρει στη ζωή ένα μικρό παιδί. Άλλωστε αυτό που χρειαζόμαστε τελικώς, είναι να μας ακούσουν. Όλο το βάρος της δίωρης παράστασης αυτής (η οποία σωνόταν στη λεπτομέρεια να μην καταστεί φλύαρη) έφυγε με αυτή τη καθαρτική σκηνή δύο ημι-ξαπλωμένων σωμάτων στα σκαλιά του σπιτιού, που αν και στατική είχε τρομερή δύναμη και δυναμική (η καλύτερη στιγμή της Ιωάννας Παππά, ως όφειλε). Κι ήταν σαν να εξομολογηθήκαμε εμείς στην αγκαλιά της κι εμείς στην αγκαλιά μας αφήσαμε να κλάψει κάποιος.

Δείτε επίσης