Κριτική: «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Λουίτζι Πιραντέλλο από το Εθνικό θέατρο

Απόψε αυτοσχεδιάζουμε © Πάτροκλος Σακαφίδας
0

Συνήθως σε μια θεατρική παράσταση υπάρχει ένας σταθερός  διαχωρισμός μεταξύ ηθοποιών και θεατών, σεναρίου και αυτοσχεδιασμού, ψέματος και αλήθειας. Τι γίνεται όμως όταν τα όρια σταματούν; Ή όταν οι ηθοποιοί αυτοσχεδιάζουν γνωρίζοντας από πριν τα λόγια τους;  Ή αν ερμηνεύουν τους ρόλους τους σε μια παράσταση, ενώ τελικά είναι πρόβα; Ή μήπως βλέπουμε κάτι στημένο και είναι όλα μέρος του σεναρίου; Ή και τίποτα από όλα αυτά;

Το Απόψε αυτοσχεδιάζουμε που άνοιξε την αυλαία του στο Εθνικό, ένα έργο που γέννησε η μεγαλοφυΐα του Λουίτζι Πιραντέλο, εκείνου του σπουδαίου  στοχαστή, λογοτέχνη, φιλοσόφου και θεατρικού συγγραφέα, αποτελεί δημιούργημα-κανονική επανάσταση, καθώς καταργεί  όρια και συμβάσεις και τολμά να αμφισβητήσει όλους τους θεατρικούς κανόνες. Μπορεί να γράφτηκε 90 χρόνια πριν, οι ιδέες όμως που κουβαλά παραμένουν όσο ποτέ ζωντανές και επίκαιρες.

Με το ίδιο ανατρεπτικό πνεύμα ο Δημήτρης Μαυρίκιος, σκηνοθετεί για άλλη μια φορά έργο του Ιταλού δημιουργού επιχειρώντας μάλιστα πολλές καινοτομίες.  Από τον πρόλογο ήδη παίρνουμε μια ιδέα για όσα θα ακολουθήσουν. Η έξοχη σκηνή με την μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, και τα εισαγωγικά λόγια του μεγάλου συνθέτη, όπως τα είχε γράψει ο ίδιος για το πρώτο ανέβασμα του συγκεκριμένου έργου στο τότε Εθνικό, όχι μόνο αποτελούν έναν φόρο τιμής στο ταλέντου του Μάνου, αλλά αποτελούν και γέφυρα στο παρελθόν, καθώς τρεις χρονικές περίοδοι με θέμα την ίδια παράσταση αποκτούν ενιαία υπόσταση και τα όρια αρχίζουν να ξεθωριάζουν.

Καθώς λοιπόν ηχεί η μουσική, εμφανίζεται και  ο σκηνοθέτης, για να δώσει το επίσημο λάκτισμα και να μας κατατοπίσει, σε έναν μονόλογο προσχεδιασμένο ή και όχι, αναλαμβάνοντας και χρέη αφηγητή, μιας φωνής που αποτελεί οδηγό στο προαναγγελθέν ταξίδι. Και ενώ συνηθίζουμε την ιδέα, και ενώ περιμένουμε να δούμε αυτό που ο ίδιος περιγράφει, πάλι κάτι το άξαφνο μας ταράζει. Ποιο είναι αυτό;

Μα φυσικά η εμφάνιση των ηθοποιών. Θα υποδυθούν ρόλους νομίζουμε, και έτσι κάνουν, ώσπου αρχίζουν να φωνάζουν ο ένας τον άλλο με τα αληθινά τους ονόματα και εμείς  το κοινό από κάτω σαστίζουμε. Όχι και τόσο δικαιολογημένα. Το μήνυμα είναι σαφές: όλοι δεν έχουμε αναλάβει να παίζουμε καθημερινά τον πιο σπουδαίο ρόλο, τον εαυτό μας; Και οι ανατροπές δεν σταματούν στον πρόλογο.

Μικρές διαδοχικές πράξεις, δραματικές ή κωμικές, η μία συνέχεια της άλλης, σε διαφορετικά επίπεδα λαμβάνοντας χώρα, παρασύρουν τον θεατή σε μια πρωτόγνωρη θεατρική εμπειρία, με τους ρόλους να μπερδεύονται, με  τους ηθοποιούς να μπαινοβγαίνουν άτακτα στο σανίδι, με σφαλιάρες και τραγούδια να εκτοξεύονται κατά ριπάς, με πρόζες και πρόβες, και κοστούμια τρελά.

Ο πολυμελής θίασος, τέτοιος στον αριθμό που δεν μπορεί να γίνει δυστυχώς ξεχωριστή αναφορά στον καθένα, ανταποκρίθηκε εξαιρετικά καλά στις απαιτήσεις του σύνθετου εγχειρήματος. Ιδίως η Γιούλικα Σκαφιδά, που προς το τέλος σηκώνει σημαντικό κομμάτι της παράστασης, στη δραματική πράξη της ζηλοτυπίας του αγαπημένου της, πλαισιωμένη από ένα μικρό αγόρι που στις σύντομες εμφανίσεις του κατά την εξέλιξη της πλοκής, πρόλαβε να κλέψει το πιο θερμό χειροκρότημα. Από την άλλη ο Γιάννης Βογιατζής, ένας πραγματικός θρύλος του θεάτρου, και με μόνο με την παρουσία του επιβαλλόταν στη σκηνή, ενώ επιφυλάσσει έναν υπέροχο μονόλογο-δώρο για όποιον έχει τη τύχη να δει τη παράσταση.

Η ποιότητα όμως του έργου που παρακολουθήσαμε δεν θα μπορούσε να κινηθεί σε τόσο υψηλά επίπεδα αν έλειπε το εικαστικό-τεχνικό σκέλος. Πρώτα, η παρεμβολή αποσπασμάτων βίντεο ανάμεσα στις θεατρικές σκηνές, προσφιλής μέθοδος στον Δημήτρη Μαυρίκιο, δίνει έναν άλλο αέρα, καθώς το μάτι του θεατή εστιάζει μία στα πρόσωπα και μία στο σύνολο. Μοιάζει θα λεγε κανείς σαν να παγώνει ο χρόνος εκείνα τα λεπτά, η σχέση του χρόνου με τον χρόνο χάνεται, ενώ  η τεχνική αυτή βοηθά και στην ερμηνευτική προσπάθεια του θιάσου. Επιπλέον , η παράσταση είναι και εντυπωσιακά πλήρης σκηνικών. Εκμεταλλευόμενος τις τεχνικές δυνατότητες που παρέχει ο χώρος του Εθνικού, ο σκηνογράφος Δημήτρης Πολυχρονιάδης και ο Λευτέρης Παυλόπουλος με τους φωτισμούς του, έχουν κάνει καταπληκτικά πράγματα πάνω στη σκηνή. Υπάρχουν στιγμές που απλά θέλει κανείς να φωνάξει μπράβο για την αισθητική ποιότητα του αποτελέσματος.

Δυνατές ερμηνείες, μουσική του Χατζιδάκι, έργο απίστευτα πλούσιο σε νοήματα, ένας σκηνοθέτης με πολλά κέφια για δημιουργία και πρωτοτυπία– αυτή είναι η παράσταση που είδαμε στο Εθνικό και που τίμησε και με το παραπάνω την ιστορία του συγκεκριμένου. Και για να λέμε την αλήθεια, σπάνια έχουμε νιώσει να μας εκπλήσσει τόσο ευχάριστα μια παράσταση. Άπαντες σπεύσατε.


Μετάφραση- Διασκευή-Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μαυρίκιος Σκηνικά: Δημήτρης Πολυχρονιάδης Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού Διασκευή, Προσαρμογή, Ενορχήστρωση μουσική: Νίκος Κυπουργός Σχεδιασμός ήχου, Ενορχήστρωση: Στάθης Σκουρόπουλος Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος Κίνηση, Χορογραφίες: Βάλια Παπαχρήστου Συνεργασία στη σκηνοθεσία: Μανώλης Δούνιας ΜουσικήΔιδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου Βοηθός Σκηνοθέτης: Μαρία Βαρδάκα Β΄ βοηθός σκηνοθέτη: Ευα Οικονόμου-Βαμβακά Βοηθός σκηνογράφου: Μαρίνα Κωνιού Βοηθός ενδυματολόγου: Μάριος Παναγιώτου

Κινηματογραφικά: Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μαυρίκιος, Αγγελος Παπαδόπουλος Διευθυντής φωτογραφίας-ειδικά εφφέ: Αγγελος Παπαδόπουλος Μοντάζ: Ιωάννα Σπηλιοπούλου

Διανομή: Κωνσταντίνος Αρνόκουρος, Μαρία Βαρδάκα, Αλέξανδρος Βάρθης, Γιάννης Βογιατζής, Δημήτρης Κακαβούλας, Δημήτρης Μαυρίκιος, Γιώργος Μπένος, Ράνια Οικονομίδου, Εύα Οικονόμου-Βαμβακά, Στέφανος Παπατρέχας, Γιούλικα Σκαφιδά, Νεκτάριος Φαρμάκης, Λυδία Φωτοπούλου Συμμετέχουν: Μιχάλης Αρτεμησιάδης, Γιάννης Αρτεμησιάδης Μουσικός επί σκηνής: Νταλανίκα Λιλή

Ημέρες και ώρες παραστάσεων:Tετάρτη, Κυριακή στις 19:00, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 20:30 στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου

Δείτε επίσης