Είδαμε την παράσταση «Ο Τζόαν Παντάν και οι Θλιμμένοι Τροπικοί» στο Μπάγκειον

0

Κείμενο: Σταμάτης Παρασκευάς ([email protected])

“Ο ιερός σου τόπος είναι εκεί όπου μπορείς να βρεις τον εαυτό σου ξανά και ξανά” (Joseph Campbell)

Αυτό, λοιπόν, είναι πατρίδα ή ένας τόπος άλλος μακρινός που είναι “σαν στο σπίτι σου…” όπως επιλογίζει ο αφηγητής της παράστασης, ως Τζόαν Παντάν (έργο του 1992 του πάντα στοχαστικού, ανατρεπτικού, σκωπτικού Ντάριο Φο, στο οποίο ένας νεαρός Βενετσιάνος τυχοδιώκτης, για να γλυτώσει απ’ τους διωγμούς της Ιεράς Εξέτασης μπαρκάρει με την αρμάδα του Κολόμβου που ξεκινάει για το Νέο Κόσμο).

Αυτό που του έμαθε ο πρώτος του έρωτας με μια μάγισσα και παρ’ ολίγον να τον οδηγήσει στην πυρά της Ιεράς Εξέτασης είναι αυτό που τον σώζει από την πυρά των ανθρωποφάγων ιθαγενών και στο τέλος σώζει αυτόν και τους φίλους του ιθαγενείς από τα πυρά των Ισπανών. Ένα μπουφονικό δράμα, το οποίο ξεκίνησε στην υποδοχή, όπου ένας γκρουμ μάς έδωσε ένα κλειδάκι για το δωμάτιό μας (εν είδει εισιτηρίου). Αργότερα οδηγώντας μας στον χώρο της παράστασης, θα μάς αφηγηθεί την ανθρωπο-γεωγραφία που βρισκόμαστε: το Μπάγκειον ήταν ξενοδοχείο, έργο του Τσίλλερ, με το πρώτο “Καφέ Σαντάν” στο υπόγειο του κτιρίου και πλήθος προσωπικοτήτων και ανθρώπων των γραμμάτων να συχνάζουν εκεί, τόπος συνάντησης, συγκοινωνιακός κόμβος, σήμα κατατεθέν και μια σύγχρονη Βαβέλ όπου καθημερινά διασταυρώνονται οι πορείες χιλιάδων ανθρώπων.

Εξαρχής φάνηκε πως οι διαθέσεις των Ginger Creepers Theater Band (μια θεατρική μπάντα, η οποία σύμφωνα με συνέντευξη των ιδίων “έχει να κάνει με τη λειτουργία μιας μπάντας, το πώς τζαμάρει, το πώς δοκιμάζεται, […] το πώς όχι μόνο επαναπροσδιορίζει την ταυτότητά της, αλλά την αμφισβητεί”) δεν ήταν μιας συμβατικής θεατρικής φόρμας.

Το τοπίο της σκηνής περιελάμβανε ένα “στούντιο κινηματογράφησης κι ηχογράφησης”. Ο γκρουμ έγινε ο ερμηνευτής του Τζόαν Παντάν, διακόπτοντας πού και πού την αφηγηματική του συλλογιστική διαβάζοντας αποσπάσματα από τους “Θλιμμένους Τροπικούς” του Κλωντ Λεβί-Στρως (Το 1955, ο Λεβί-Στρως έγινε γνωστός στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό εκδίδοντας το “Θλιβεροί Τροπικοί”, μια ταξιδιωτική μυθιστορία της εμπειρίας του ως εξόριστου, σε ύφος πρόζας, με φιλοσοφικούς στοχασμούς και εθνογραφικές αναλύσεις για τους λαούς του Αμαζονίου). Το κείμενο του Ντάριο Φο σε συνδυασμό με τα αποσπάσματα του Λεβί-Στρως, με σχόλια για τη σύγκριση του δικού μας πρώτου κόσμου κι εκείνου των πρωτόγονων φυλών που συνάντησε στα ταξίδια του, ήρθαν και κούμπωσαν με την βαθειά προβληματική που έχει αναδυθεί τις τελευταίες δεκαετίες, με τις μετακινήσεις πληθυσμών, τις διαπολιτισμικές διαφορές κατά την επαφή ανθρώπων από διαφορετικά πλαίσια σε έναν χώρο.

Αυτό που είδαμε πάνω στη σκηνή δεν εξετάζεται με ένα στυλ οικείο προς την φάρσα που θεράπευσε ο Φο κι οι όμοιοί του. Στη σκηνή του Μπάγκειου βλέπουμε ένα σύμπαν μεταιχμιακό.  Ο Τζόαν Παντάν φτάνει στον Νέο Κόσμο και βοηθά τους Ινδιάνους στην αναχαίτιση της επέλασης των Ισπανών κατακτητών. Παρακολουθούμε την ροή της ιστορίας μέσα από την αφηγηματική συλλογιστική -αρκετά εύκολη λύση, δραματοποιώντας ένα πεζό κείμενο με κάποια περισσότερο και κάποια λιγότερα έξυπνα “εφέ”- ενός άντρα που κινείται στον χώρο και συνεργαζόμενος με έναν άλλον, ο οποίος live πάνω στη σκηνή σαμπλάρει ήχους, μουσικές και ηχογραφήσεις, βίντεο, αναβοσβήνει τα φώτα αναδεικνύοντας διαφορετικά σημεία της σκηνής. Έξυπνα τρικ, που θέτουν τους θεατές μετόχους της παράστασης (όπως όταν ζητείται να δώσουμε μικρά προσωπικά μας αντικείμενα), εύστοχη χρήση του βίντεο κατά τη στιγμή της περιπλάνησης του Παντάν και των ιθαγενών, χρήση των τοπίων του κτιρίου ως χώρων της αφήγησης, αλλά και ως πρόσωπα της αφήγησης.

Ο σκοπός του εγχειρήματος ξεκαθαρίζει στο τέλος: να φτιαχτεί ένα ντοκιμαντέρ. Να ταξιδέψει η ομάδα στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, να γνωρίσουν  μια φυλή ιθαγενών που ζει εκτός κράτους στην Φλόριδα, εκείνη του αιρετικού Παντάν και του εξόριστου Λεβί-Στρως.

Δεν είμαστε εξοικειωμένοι με αυτό το είδος θεάτρου, ίσως κι αρκετά επιφυλακτικοί, μια κι η χρήση του εύκολα μπορεί να ενδώσει στα χέρια όλων, όσοι νομίζουν πως κάνουν πρωτοπορία. Η ουσία της προσπάθειας της ομάδας (είχαν σαφώς κάποιες αστοχίες: στην οικονομία των τεχνολογικών μέσων που χρησιμοποίησαν, που ορισμένες φορές φάνηκε να είναι λίγο αυτοσκοπός ή στην οικονομία του χρόνου έκτασης) είναι να οδηγήσουν  ξανά το θέατρο στον πυρήνα της ανθρώπινης δημιουργίας: τη συνάντηση ανθρώπων (ακόμη και από άλλες ηπείρους και πολιτισμούς). Στη σκηνή είδαμε μιαν ομάδα που ονειρεύεται, διαβάζει, συγκρίνει, σκέφτεται, αμφισβητεί, τολμά. Όχι πάντα με επιτυχία, ούτε με τον αναμενόμενο τρόπο. Είχε μια γοητεία το εγχείρημά τους, αν και θα φαινόταν “εύκολη λύση” στην σπουδή τους πάνω στα αριστουργήματα των Φο και Λέβι-Στρως. Στο Μπάγκειον δε θα δείτε μια συμβατική φόρμα θεάτρου. Στο Μπάγκειον θα δείτε ένα σταυροδρόμι. Καλούμαστε να μυηθούμε σε μια προσπάθεια, όπου η θεατρική φόρμα λειτουργεί περισσότερο σαν ένα ακόμη εργαλείο αμεσότητας. Για να μπούμε στον κόσμο της ομάδας θα πρέπει να παρακολουθήσουμε πώς παραλληλίζουν ιστορικά γεγονότα με σκηνικά της παράστασης (στο facebook page τους), τους χάρτες στο έντυπο πρόγραμμά τους, να μάθουμε τον τελικό σκοπό τους κι όλα αυτά μέσα στη συγκεκριμένη ανθρωπο-γεωγραφία, μέσα στην οποία αμφισβητούν την ίδια τους τη (θεατρική) ταυτότητα.


Σύλληψη/Μετάφραση/Διασκευή: Ginger Creepers (Χρ.Καπενής – Γρ.Χατζάκης)
Σκηνοθεσία: Γρηγόρης Χατζάκης
Ερμηνεύει ο Χρήστος Καπενής
Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Δευτέρα – Τρίτη στις 21.00
Τιμές εισιτηρίων: Προτεινόμενη Εθελοντική Συνεισφορά: 10 €
Κρατήσεις θέσεων στο τηλέφωνο: 694 7079356

Δείτε επίσης