Είδαμε την παράσταση “Βρωμιά” στο θέατρο Σταθμός

1

Γράφει ο Μάνος Δασκαλογιάννης

Ο Σαντ είναι από το Ιράκ.  Σαντ στα αγγλικά σημαίνει θλιμμένος. Αγαπά τα Γερμανικά και τη φιλοσοφία. Άφησε πίσω του το σπίτι και την οικογένειά του. Ζει τώρα στη, χώρα που τόσο αγάπησε μέσα από τα βιβλία, τη Γερμανία. Είναι μετανάστης. Και μόνος, κλεισμένος σε ένα κρύο δωμάτιο. Νιώθει πολλά, αλλά λέει λίγα. Νιώθει την θλίψη της απόρριψης και  φόβο γιατί είναι διαφορετικός, πιο σκούρος. Έχει επώνυμο  αλλά δεν το λέει σε κανέναν. Δεν πρέπει ποτέ, ποτέ κανείς να μάθει το επώνυμό του. Θα ήθελε πολύ να κάτσει σε ένα παγκάκι. Αλλά δεν μπορεί. Είναι ξένος.

Η “Βρωμιά” γράφτηκε από τον Γερμανό θεατρικό συγγραφέα Ρόμπερτ Σνάιντερ και έχει αναδειχθεί μέσα στο χρόνο σε ένα έργο αναγνωρισμένης αξίας, αποτελώντας μάλιστα αντικείμενο διδασκαλίας σε πολλές σχολές για συγγραφή σεναρίου. Το έργο έχει γραφτεί με τη μορφή του μονολόγου, με τον πρωταγωνιστή να σπάει τον τέταρτο τοίχο, απευθυνόμενος άμεσα στο κοινό και αποκαλύπτοντας με δραματικό τρόπο τη τραυματισμένη του ψυχοσύνθεση.

Το θέμα που θίγεται είναι καίριο και διαχρονικό. Η σημασία του να είναι κανείς μετανάστης, ξένος σε μια χώρα που αγαπά αλλά δεν τον αγαπά. Γιατί διαφέρει από τους πολλούς και αυτό τους φοβίζει. Ο ρατσισμός είναι φαινόμενο λυπηρό που όμως εκδηλώνεται, δυστυχώς, σε κάθε κοινωνία εισδοχής μεταναστών και εμείς βεβαίως δεν αποτελούμε εξαίρεση.

Πρωταγωνιστής στη παράσταση που είχα την τύχη να δω είναι ο Κωνσταντίνος Φάμης, τον οποίο δεν τον γνώριζα, αλλά πλέον νιώθω πως έχω κάθε λόγο να τον μάθω καλύτερα. Μέσα από ένα δύσκολο έργο, με λόγο κοφτό, αποσπασματικό πολλές φορές , με γρήγορες συναισθηματικές εναλλαγές και με άξαφνες δραματικές κορυφώσεις, σκιαγραφεί με επιτυχία την προσωπικότητα του θλιμμένου Σαντ ( μα πόση ταυτολογία!). Καθισμένος άλλοτε σε μια καρέκλα και άλλοτε πεσμένος στο πάτωμα, μας μιλά για τα όνειρα που είχε σαν παιδί, και τον πόνο που κουβαλά σαν μεγάλος.

Μας εξιστορεί τις μέρες του στη ξένη πόλη. Και αναπτύσσει το δεξιοτεχνικά γραμμένο κείμενο με παράδοξο, αλλά έμμεσα καυστικό τρόπο -εύσημα για αυτό βέβαια και στην μεταφράστρια Κοραλία Σωτηριάδου που έχει κάνει εξαιρετική δουλεία- καθώς κάθε περιστατικό βίας εναντίον του δεν το αποδίδει στους άλλους αλλά στον ίδιο. Αν τον μαχαιρώσουν γιατί έκαστε σε ένα παγκάκι στο πάρκο αυτός φταίει, αν επισκεφτεί μια δημόσια τουαλέτα και τον χτυπήσουν για την ‘αξιοκατάκριτη” πράξη του, πάλι αυτός φταίει. Γιατί είναι θρασύς.

Αφού ανήκει σε μια κατώτερη φυλή όπως λένε τα γεμάτα σοφία επιστημονικά βιβλία, πώς τολμά να έχει τα ίδια δικαιώματα με τους άλλους; Το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να μείνει στο μικρό κρύο δωμάτιο με τα λίγα αντικείμενα και τη μοναδική καρέκλα, βλέποντας τις μοναχικές του μέρες να διαδέχονται η μία την άλλη.

Το λιτό σκηνικό που έχει στήσει η σκηνογράφος Παναγιώτα Κοκκορού και οι διακριτικές σκηνοθετικές επιλογές της Κατερίνας Πολυχρονοπούλου έχουν ένα και μόνο σκοπό, να αναδείξουν το δράμα του Σαντ. Το παιχνίδι των φώτων πάνω στον πέτρινο τοίχο του δωματίου, με τις όμορφες σκιάσεις που δημιουργεί και με το έντονο μπλε που κυριαρχεί σκεπάζει ώρες ώρες τον ηθοποιό και μας βυθίζει ακόμη περισσότερο μέσα στη θλίψη. Ίσως παραφωνία εντοπίζεται μόνο στις μουσικές επιλογές που συνοδεύουν την αφήγηση, καθώς μοιάζουν λίγο άσχετες με τη πλοκή.

Συνοψίζοντας, η παράσταση “Βρωμιά” είναι έργο που λόγω και της σύντομης διάρκειάς της (70 λεπτά) και παρά την βαρύτητα του θέματος δεν κουράζει, αντιθέτως παρασύρει τον θεατή μέσα στο δράμα της μετανάστευσης. 

Δείτε επίσης