Είδαμε την παράσταση «Περλιμπλίν και Μπελίσα» του Federico Garcia Lorca από την Ομάδα Τέχνης Oberon στο θέατρο Τ

0

Γράφει η Εύα Κουκή

Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα αποτελεί έναν από τους πιο πολυδιασκευασμένους ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα παγκοσμίως. Τόσο η ζωή του όσο και το έργο του διαποτίζονται από μία δραματικότητα που μαγνητίζει διαχρονικά τον αναγνώστη-θεατή. Στην Ελλάδα το όνομα του Λόρκα είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με σπουδαίες μεταφράσεις και μεγάλες θεατρικές παραστάσεις. Ο ποιητής είχε την τύχη  –έστω και μετά τον θάνατό του–  πολλά έργα του να μεταφραστούν από έναν άλλον ποιητή, τον Νίκο Γκάτσο και να ενδυθούν μουσικά με κομμάτια-ορόσημα του Μάνου Χατζιδάκι.

Το έργο Περλιμπλίν και Μπελίσα (Amor de Don Perlimplin con Belisa en su jardin) γράφτηκε το 1928 και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1933, τρία χρόνια πριν τη δολοφονία του Λόρκα. Ο πλήρης τίτλος του έργου είναι Ο Έρωτας του Δον Περλιμπίν με την Μπελίσα στον κήπο του – Τραγούδι της αγάπης σε τέσσερις εικόνες και έναν πρόλογο – Παραλλαγή δωματίου. Το τμήμα του τίτλου Παραλλαγή δωματίου υποδεικνύει την πρόθεση του ποιητή να επαναπραγματευτεί το έργο του και να το επεκτείνει. Ωστόσο, το απροσδόκητο τέλος του στάθηκε εμπόδιο στην πρόθεσή του αυτή.

Ο Δον Περλιμπλίν είναι ένας ανύπαντρος ηλικιωμένος άντρας, ο οποίος μένει μόνος του με συντροφιά του την υπηρέτριά του Μαρκόλφα και τα βιβλία του. Εκείνος δεν επιθυμεί να παντρευτεί, όμως η Μαρκόλφα τον παρακινεί να το πράξει καθώς και η ίδια είναι μεγάλη στην ηλικία και δεν θα μπορεί να τον φροντίζει για πολύ ακόμα. Του προτείνει να παντρευτεί την Μπελίσα, τη νεαρή και όμορφη γειτόνισσά του. Η Μπελίσα δέχεται, μετά από παροτρύνσεις της μητέρας της, να τον παντρευτεί αν και το κίνητρό της είναι ιδιοτελές. Μέσω αυτού του γάμου αποσκοπεί στο να γίνει περισσότερο ποθητή σε άλλους άντρες. Και πράγματι, αυτό συμβαίνει κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου της. Ο Περλιμπλίν, που αρχικά μοιάζει αφελής, το αντιλαμβάνεται και, ενώ θα περιμέναμε να αντιδράσει στις απιστίες της γυναίκας του, εκείνος μοιάζει απροσδόκητα ήρεμος. Για την ακρίβεια, φαίνεται να συμβαίνει το εξής: όσο δέχεται την απόρριψη της Μπελίσα, τόσο μεγαλώνει ο πόθος του γι’ αυτήν. Στον Περλιμπλίν συμβαίνει κάτι πρωτόγνωρο. Η απροσδόκητη έλευση της Μπελίσα στη ζωή του τον φέρνει αντιμέτωπο με  μια βαθιά και πρωταρχική αίσθηση: ο Περλιμπλίν βιώνει το πώς είναι να αγαπάς. Η πνευματική του εσωστρέφεια μετατρέπεται σε αυταπάρνηση και σε ανύψωση. Η Μπελίσα είναι μία προσωπικότητα στην οποία διαφαίνονται ξεκάθαρα ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά. Η ψυχοσύνθεσή της αλλάζει κλιμακωτά. Παντρεύεται τον Περλιμπλίν με ιδιοτελή σκοπό επιθυμώντας, παράλληλα, την αποδοχή από το ανδρικό φύλο και βασιζόμενη στην προβολή του σώματός της και στα σεξουαλικά της ένστικτα. Στη συνέχεια, όμως, ο ναρκισσιστικός της ηδονισμός μετατρέπεται σε πραγματικό έρωτα –που την κάνει να αδιαφορεί για τη σεξουαλική της ελευθεριότητα και να γίνεται πόλος έλξης, αλλά και που την κάνει να αλλάζει στάση απέναντι στον Περλιμπλίν και να γίνεται περισσότερο προσιτή και φιλική– για τον άγνωστο με την κόκκινη κάπα που την πολιορκεί. Μόνο στο τέλος η Μπελίσα βιώνει πραγματικά το νόημα της αγάπης. Σε αυτό συντελεί η αποκάλυψη που λαμβάνει χώρα εσχάτως και η δραματική κορύφωση που την ακολουθεί. Παρά το γεγονός ότι το έργο κλείνει δραματικά, μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια κάθαρση που επέρχεται, καθώς και οι δύο βασικοί χαρακτήρες βγαίνουν περισσότερο ολοκληρωμένοι μέσα από αυτήν την εσωτερική πορεία που έχουν διανύσει.

Η ομάδα τέχνης Oberon ζωντανεύει στη σκηνή του Θεάτρου Τ το έργο του Λόρκα, καταφέρνοντας να εξισορροπήσει το κωμικό με το τραγικό στοιχείο του κειμένου. Το ποίημα του Λόρκα (τα έργα του, άλλωστε, ενέχουν πάντα στον πυρήνα τους το ποιητικό στοιχείο και την ιδιαίτερα ποιητική γραφή) γίνεται Θέατρο. Ο Διονύσης Καραθανάσης δίνει στον Περλιμπλίν την απαιτούμενη εσωστρέφεια και την αίσθηση του συνεσταλμένου ανθρώπου που στη συνέχεια ξεπερνά τον εαυτό του και που φτάνει στο σημείο να  διακατέχεται από τον πόθο και την αγάπη. Ο ηθοποιός καταφέρνει να αποδώσει τη δραματική κορύφωση του χαρακτήρα του. Η Σοφία Σασλή ζωντανεύει την Μπελίσα, την άπονη και αφελή εικόνα ενός νάρκισσου, που περιπαίζει τον Περλιμπλίν και που παγιδεύεται στις ίδιες τις εσωτερικές της συγκρούσεις. Η ηθοποιός κατορθώνει να μεταδώσει στον θεατή τον απαιτούμενο αισθησιασμό προκειμένου να καταστήσει σαφές ότι ήταν αναπόφευκτο για τον Περλιμπλίν να ενδώσει στο –έστω και προσποιητό– ερωτικό της κάλεσμα. Αμφότεροι οι πρωταγωνιστές πετυχαίνουν να αποδώσουν την υπαρξιακή μετατόπιση που διεξάγεται κατά την έκβαση του λορκικού έργου. Οι Ιωάννα Λαμνή και Δήμητρα Πάσιου, ως η ερωτοπαθής μητέρα της Μπελίσα και η μειλίχια υπηρέτρια του Περλιμπλίν αντίστοιχα, πλαισιώνουν τους δύο βασικούς ρόλους και με τη συμβολή τους δίνονται οι απαραίτητες αποχρώσεις στην παράσταση που καθιστούν την ιστορία του Λόρκα περισσότερο ρεαλιστική. Οι ίδιες ηθοποιοί αναλαμβάνουν έναν δεύτερο ρόλο, αυτόν των δαιμονίων, που αναμειγνύει τον ρεαλισμό του έργου με σουρεαλιστικά στοιχεία. Αξιοσημείωτο είναι σκηνοθετικά το παιχνίδι των φωτοσκιάσεων που εισάγουν το κοινό σε ένα παραμυθένιο περιβάλλον και εγείρουν τη φαντασία του. Τέλος, η παράσταση είναι επενδυμένη με την πρωτότυπη μουσική σύνθεση του Μιχάλη Γούτη συνοδευόμενη από την ερμηνεία της Σοφίας Σασλή, που αποτυπώνει τον συναισθηματικό κόσμο του Λόρκα, έτσι όπως αυτός εκφράζεται μέσα από τα έργα του.

Δείτε επίσης