Κριτική / «Δαναΐδες» του Ανδρέα Κάλβου από τη Νατάσα Τριανταφύλλη στην Μικρή Επίδαυρο: Όταν το Θέατρο αναπνέει!

Ο Ανδρέας Κάλβος (1792-1869),  του οποίου η σπουδαιότητα παραβάλλεται ισότιμη του Διονυσίου Σολωμού, σε ό,τι αφορά την προσφορά του στην ποίηση με τις περίφημες Ωδές του (οι οποίες σε αποκλειστικό βαθμό είναι φορείς του «Ελευθερία ή Θάνατος»), έγραψε τρεις τραγωδίες (Θηραμένης, Δαναΐδες, Ιππίας), έχοντας γνωριστεί με τον περίφημο λόγιο της εποχής Ugo Foskolo, ο οποίος έχει γίνει μέντορας και δάσκαλός του, μυώντας τον στα μονοπάτια του νεοκλασικισμού. Είναι η ίδια περίοδος, που η Ελληνική Επανάσταση , ψιθυρίζεται και προετοιμάζεται, είναι η περίοδος που η επιστροφή στις ρίζες και την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, είναι ένα από τα όπλα για την επίτευξή της, το ιδεολογικό υπόβαθρο της.

Αυτό είναι το  πλαίσιο της εποχής, στο οποίο ο Ανδρέας Κάλβος και μόλις στα 21 του γράφει τις Δαναΐδες το 1813 για να τις επεξεργαστεί ξανά το  1820.  Και αν στις άλλες δύο, μπορεί κανείς να διακρίνει τον νεαρό πολιτικό Κάλβο, ο οποίος έχει ασπαστεί τον φιλελευθερισμό, στις Δαναΐδες είναι διάχυτη η αγάπη του ποιητή στην αναβίωση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και η προσήλωσή του στην προσπάθεια επιστροφής του, όχι απλά ως ένα πολιτιστικό ρεύμα της εποχής, αλλά σαν μια αναγκαιότητα που προβάλλει μέσα από τις συνθήκες που η προεπαναστατική περίοδος γεννάει.

Στις Δαναΐδες ο Ανδρέας Κάλβος αξιοποιεί δραματικά το μύθο του Δαναού, έναν αρχαιοελληνικό μύθο, προβάλλοντας τις σύγχρονες επιταγές και διακυβεύματα στη συνείδηση ενός νεαρού συγγραφέα που βρίσκεται στο επίκεντρο του πολιτιστικού γίγνεσθαι μιας εποχής που εγκυμονεί νέες κατευθύνσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο: έκδηλος ερωτισμός, μελαγχολία, ζητήματα της εξουσίας και της διαχείρισής της, όλα σε κλίμα αρχετυπικό, σχεδόν παγανιστικό, αναμειγνύοντας τα αρχαιοελληνικά πρότυπα του κλασσικισμού (που ο ποιητής ζει τις τελευταίες αναλαμπές του) με το κίνημα του ρομαντισμού ο οποίος έχει αρχίσει να εισβάλλει δυναμικά ως νέο ρεύμα στην Ευρώπη.

Ο Δαναός με τις 50 κόρες του, υποκύπτει στο αίτημα των 50 γιών του Αιγύπτου, του δίδυμου αδερφού, του να τις παντρέψει με αυτούς, αλλά υποκινούμενος από τις Ερινύες και φοβούμενος για την τύχη της εξουσίας του, τις πείθει την πρώτη νύχτα του γάμου τους, η καθεμιά τους να σκοτώσει τον άντρα της. Μία όμως, η ξεχωριστά αγαπημένη του κόρη Υπερμνήστρα, αντιδρά έχοντας ερωτευτεί βαθύτατα τον άντρα της τον Λυγκέα. Πίσω από το σχήμα Πατρική Εστία – Έρωτας, μπορούμε να συναντήσουμε την αιώνια σύγκρουση παλιού καινούριου αλλά και ανιχνεύσουμε αυτό το νέο είδος του ρομαντισμού που εισβάλει στις κλασικιστικές φόρμες, και κλυδωνίζει τα στέρεα θεμέλια τους.

Δυστυχώς, οι Δαναΐδες, όχι μόνο δεν παρουσιάστηκαν ποτέ στο κοινό, αλλά μάλλον «θάφτηκαν» στο περιθώριο των «Ωδών» του ποιητή, που προβλήθηκαν θα έλεγες ως μοναδικό έργο του.  Γραμμένες στην ιταλική γλώσσα, όσο και αν η αναβίωση του αρχαιοελληνικού πνεύματος ήταν στις προθέσεις του Κάλβου, προφανώς και δεν εξυπηρετούσαν πλέον το «εθνικό αφήγημα» της Ελληνικής επανάστασης, και την προσπάθεια καλλιέργειας «εθνικής συνείδησης» σε έναν λαό που τα εκείνη την περίοδο δεν είχε τίποτα δεδομένο για την καταγωγή του, την πορεία του και την κατάληξή του.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Διακόσια χρόνια μετά, η Νατάσα Τριανταφύλλη καταπιάνεται με το έργο αυτό του Ανδρέα Κάλβου, παρουσιάζοντας το στη σκηνή και μάλιστα στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, σε έναν χώρο που βρίσκεται σε ανοιχτή επικοινωνία με το ίδιο το έργο, την ατμόσφαιρα, το ύφος και του σκοπούς του.

Μας εξέπληξε ευχάριστα η παράσταση της Νατάσας Τριανταφύλλη.  Γιατί, η αλήθεια είναι, προσήλθαμε στις κερκίδες του θεάτρου, με την αίσθηση ότι θα έρθουμε σε επαφή με ένα νεκρό, απαρχαιωμένο κείμενο που προφανώς θα είχε πολύ λίγα να πει στο σήμερα, σε μια παράσταση που μάλλον υποχρεωτικά θα παγιδευτεί σε αυτό το «αποστεωμένα» προκαθορισμένο περιβάλλον.

Και είδαμε το αντίθετο ακριβώς. Μια σύγχρονης αισθητικής παράσταση, η οποία απέδωσε σε πληρότητα  τις κλασικιστικές καταβολές του ποιητή με τις ρομαντικές επιρροές του. Είδαμε την παράσταση μιας τραγωδίας, η οποία έχει διατηρήσει τη μορφή και τη φόρμα του είδους, με τα επεισόδια, τα χορικά κλπ, να ανασαίνει όμως στο σήμερα μέσα από την έμπνευση της σκηνοθέτιδας. 

Η Νατάσσα Τριανταφύλλη, έχοντας στα χέρια της την μετάφραση των Δημήτρη Αρβανιτάκη και Έφης Καλλιφατίδη, μια μετάφραση που ανέδειξε το λυρισμό του ποιητή, και σε δραματουργική επεξεργασία της Έλενας Τριανταφυλλοπούλου, κράτησε αυτούσιο το ιταλικό κείμενο των χορικών διατηρώντας στο ακέραιο αυτούς τους ίδιους δύο κόσμους του ποιητή: τον ελληνικό και τον ιταλικό. Το ρόλο του χορού τον ανέθεσε στην μεσόφωνο ‘Αρτέμιδα Μπόγρη, πετυχαίνοντας πλέον του ποιητικού αυτού συμβολισμού, ένα εξαιρετικής αισθητικής καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Ιταλικά χορικά και ελληνικά επεισόδια, «παντρεύονται» αρμονικά σε αυτήν την σκηνοθετική γραμμή που θέλει το πνεύμα του Κάλβου, κυρίαρχο επί σκηνής. Στηρίχτηκε δικαίως, στα συνεχή και διαδοχικά φλας-μπακ (τα οποία εξελίσσονται σε δύο ή και τρεις χρόνους) και αναδρομές στο μύθο του Δαναού, μέσα από τις οποίες εξυφαίνεται η πλοκή της ίδιας της τραγωδίας. Σε αυτό, έχει πολύτιμο αρωγό της, τον Σάκη Μπιρμπίλη, τα φώτα του οποίου ανέδειξαν ιδανικά αυτόν τον συνεχή διάλογο και αντιπαράθεση του καινούριου με το παλιό.

Και μετά, έχουμε τις «ανάσες». Όλο το έργο, όλη η παράσταση στηρίζεται αισθητικά στην ηχώ και τη θέαση  από ανάσες. Οι φοβίες των ηρώων «αναπνέουν», οι επιθυμίες «αναπνέουν», οι λαχτάρες «αναπνέουν». Ακόμα και το σπίτι , στο βάθος του θεάτρου, αναπνέει, αυτή η πατρική εστία από την καμινάδα της οποίας αναδύεται σε όλη τη διάρκεια καπνός.

Και βεβαίως έχουμε την Μουσική. Η Μουσική της Μόνικα, η οποία ανταποκρίθηκε θαρρείς λέξη προς λέξη και νότα προς νότα, σε ένα τόσο αρμονικό συνταίριασμα. Σύγχρονοι ρυθμοί και ανάσες (νάτες πάλι οι ανάσες) να γεννάν διαχρονικά συναισθήματα και συγκινήσεις. Γιατί, αυτό ακριβώς έκανε η μουσική της Μόνικα: γεννούσε αισθήματα και αισθήσεις, γεννούσε τον ίδιο τον κόσμο του Δαναού, της Υπερμνήστρας και του Λυγκέα. Και βέβαια μας γέννησε και την ανάγκη, βγαίνοντας από το θέατρο να αναζητούμε την ύπαρξη σχετικού cd με την μουσική και τα χορικά της παράστασης!

Η Νατάσσα Τριανταφύλλη, στηρίχτηκε στην αρχετυπική απόδοση της τραγωδίας από  τρεις υποκριτές: Ο Δαναός του Λάζαρου Γεωργακοπουλου ικανοποίησε πλήρως το πρότυπο του σεβάσμιου, σοφού αλλά κλυδωνισμένου από τις αμφιβολίες ηγέτη. Μoρφή-πρότυπο που συναντάμε από γεννέσεως του θεάτρου και η οποία πέρασε αυτούσια σχεδόν μέχρι σήμερα έχοντας ήδη σταθμεύσει και εξελιχθεί στα Σαιξπηρικά έργα. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος προσέδωσε στο ρόλο του Δαναού το απαραίτητο ερμηνευτικό κύρος που είναι θα έλεγε κανείς το μοναδικό προαπαιτούμενο για το μεγαλείο του ήρωα.

Η Λένα Παπαληγούρα, στο ρόλο της Υπερμνήστρας, ανταποκρίθηκε πλήρως και με ακρίβεια στην σκηνοθετική γραμμή της Νατάσας Τριανταφύλλη. Η απόδοση της ηρωίδας με τα χαρακτηριστικά του ρομαντισμού στη στάση της απέναντι στο μέγα ανθρώπινο ζήτημα της Επιλογής, αυτή η κόψη και η αιχμή ανάμεσα σε δύο αγάπες, τον Πατέρα και τον Σύντροφο, το Παλιό και το Νέο, τη Σιγουριά και την Αβεβαιότητα, το Παρελθόν και το Μέλλον, οδήγησαν την ίδια την ηθοποιό να αναπνεύσει μέσα στο ίδιο της το ρόλο και να οδηγηθεί σε ερμηνευτικά μονοπάτια διαφορετικά και ξεχωριστά από όσα την είχαμε γνωρίσει. Η Λένα Παπαληγούρα, άφησε εκτός ορχήστρας φόρμες και μανιέρες, και μετουσιώθηκε στις «ανάσες» της Υπερμνήστρας .

Ο Άρης Μπαλής στο ρόλο του Λυγκέα, αποδείχθηκε ιδανική επιλογή για το έντιμο του χαρακτήρα του ήρωά του. Η ερμηνευτική ειλικρίνεια του σε συνδυασμό με την άψογη τοποθέτηση φωνής, την τονικότητα και άρθρωση του, αποδίδουν την ορμητικότητα του ερωτευμένου νέου, αυτήν την ίδια την ορμή και γοητεία του καινούριου. Ο Άρης Μπαλής, μένει συνεπής σε μια πορεία αθόρυβης σκληρής δουλειάς που αποφέρει υψηλό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, και αυτό οφείλω να το καταγράψω.

Η Εύα Μανιδάκη, πολύ σοφά, άφησε ελεύθερες όλες αυτές τις αισθήσεις να αναπνεύσουν (εμμένω στη χρήση αυτού του ρήματος) και να κυριαρχήσουν στο φυσικό τοπίο του ελληνιστικού θεάτρου, προτιμώντας να μην καταληφθεί ο χώρος με φλύαρες σκηνικές εγκαταστάσεις. Ένα αιθέριο λευκό πανί, από τα έγκατα της πατρικής εστίας μέχρι την ορχήστρα, σύμβολο του Υμέναιου, ανασηκώνεται σε ελαφρούς κυματισμούς, στις ανάσες της ίδιας της Επιδαύρειας φύσης. Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, αποδίδουν τη ρομαντική ατμόσφαιρα και τη κλασικιστική αυστηρότητα, αν και δεν απέφυγε σε σημεία κάποιους ετερόκλητους αναχρονισμούς. Το ίδιο και η κίνηση των ηθοποιών, που μάλλον υπήρξε αμήχανη και σε στιγμές σε  πλήρη αντίθεση, με τη στιβαρότητα και ισορροπία των ερμηνειών τους.

Η Νατάσα Τριανταφύλλη, στάθηκε με απόλυτο σεβασμό και πλήρης στόχων και επιδιώξεων στις Δαναΐδες. Μετέτρεψε ένα θεωρητικά νεκρό κείμενο, σε μια ολοζώντανη θεατρική επικοινωνία. Εμφύσησε ανάσα (πάντα με αυτήν τη λέξη θα χαρακτηρίζω αυτήν την παράσταση), έδωσε ζωή, ύπαρξη και λόγο, σε αυτήν την ξεχασμένη στιγμή ενός ανθρώπου που συγκαταλέγεται στους Εθνικούς ποιητές, και το έναυσμα για την αναζήτηση και άλλων παρόμοιων κειμένων που φλερτάρουν με τη λήθη. Είναι πολύ σημαντικό και μεγάλη προσφορά, να «ξεθάβεις» αυτά τα κείμενα, να τα «ψιθυρίζεις» δειλά στην αρχή , και να τολμά το χέρι σου να ανοίγει τα ντεσιμπέλ για να ακουστούν δυνατά. Και η Νατάσσα Τριανταφύλλη, απέδειξε πως τέτοιο χέρι διαθέτει.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΕΔΩ.