Αφιέρωμα: Σύλβια Πλαθ, η κρυμμένη μεγαλοφυία μιας σπουδαίας ποιήτριας

Όταν διαβάζω ποιήματα της Σύλβια Πλαθ ένα από τα πρώτα πράγματα που μου έρχονται στο μυαλό είναι η εικόνα του Τενεσί Ουίλιαμς. Μετά, σκέφτομαι πόσο κρίμα ήταν που αυτοί οι δύο άνθρωποι δεν συναντήθηκαν ποτέ.

Η Σίλβια Πλαθ ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια, μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος. Γεννήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1932 και τριανταένα χρόνια μετά, στις 11 Φεβρουαρίου του 1963, βρέθηκε νεκρή σε ένα μικρό διαμέρισμα που είχε νοικιάσει, στο Λονδίνο, μετά τον χωρισμό της με τον ποιητή Τεντ Χιούζ.

Εκείνο το βράδυ η Σίλβια Πλαθ έβαλε γάλα στα παιδιά της, Φρίντα και Νίκολα, τα νανούρισε και αφού κοιμήθηκαν τοποθέτησε βρεγμένες πετσέτες στο κάτω μέρος της πόρτας του δωματίου τους. Στην συνέχεια άνοιξε το γκάζι του φούρνου και εισέπνευσε φυσικό αέριο. Αιτία θανάτου δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα.

Δίπλα της βρέθηκαν αρκετά χειρόγραφα, λίγα μπισκότα και η φωτογραφία του πατέρα της.

Όσοι γνωρίζουν την Σύλβα Πλαθ ξέρουν πως έπασχε από διπολική διαταραχή. Οι απόπειρες αυτοκτονίας δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο γα εκείνην. Είχε ξανακάνει όταν σπούδαζε στο κολέγιο. Πάλευε μια ζωή με τον δαίμονα της ψυχικής διαταραχής. Άλλες φορές τον ξόρκιζε κι άλλες φορές την νικούσε.

Τα έργα της από πολλούς θεωρούνται σκοτεινά, άγρια και βαθιά θλιμμένα. Όπως, ήταν και η ίδια. Δεν γίνεται να διαβάσεις Σύλβια Πλάθ και να μην νιώσεις ένα κομμάτι σου να μένει εκεί, μαζί της. Αρκετοί την συγκρίνουν με την, επίσης, ποιήτρια Ανν Σέξτον. Οι λόγοι είναι προφανείς.

Όπως, όλοι οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν προβλήματα κατάθλιψης και συγγενών διαταραχών η Σύλβια Πλάθ ήθελε να ζήσει, αλλά δεν ήξερε τον τρόπο. Και αυτό το φώναζε μέσα από τα έργα της. Πίσω από την μελαγχολία υπήρχε η ανάγκη της για φυγή, για κάθαρση, όπως, έλεγε και η ίδια συχνά στα κείμενα της. Ήθελε έναν καινούριο τόπο για να μπορεί να υπάρξει.

Η σχέση με τον πατέρα της υπήρξε καθοριστική για εκείνην, ίσως, περισσότερο κι από την μανιοκατάθλιψη που την βασάνιζε. Αυτό φαίνεται στο, σχεδόν, αυτοβιογραφικό της ποίημα ο «Πατερούλης». Αν έπρεπε να διαλέξω μία λέξη για να περιγράψω το συναίσθημα που σου αφήνει το συγκεκριμένο ποίημα θα ήταν αγωνία. Ίσως, και πόνος. Σίγουρα, αυτές οι δυο λέξεις θα έδιναν αγώνα η μία με την άλλη.

Ο πατέρας της Όττο Πλαθ, ήταν Γερμανός και δίδασκε για χρόνια σε πανεπιστήμιο της Βοστώνης. Η Σύλβια Πλαθ του είχε παθολογική αδυναμία. Όταν εκείνος πεθαίνει η Πλαθ διαλύετε. Αργότερα μαθαίνει πως ήταν ναζιστής και αυτό την φέρνει στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Μέσα στο ποίημα της τον κατηγορεί ότι την εγκατέλειψε, την πρόδωσε, όπως, και την πολωνική καταγωγή του.

Η οργή της είναι λυτρωτική. Γράφει για να τον σκοτώσει ξανά και ξανά. Δεν του συγχωρεί ούτε ότι ήταν ένας φασίστας των Ες-Ες ούτε ότι πέθανε και την άφησε μόνη. Τα συναισθήματα της μπλέκονται σε ένα γαϊτανάκι απώλειας και θυμού. Σε όλη την σύντομη ζωή της αναζητά το κομμάτι εκείνο που ένα κορίτσι οκτώ ετών βρίσκει νεκρό τον πατέρα της.

Όταν γνώρισε τον σύζυγο της, Άγγλο ποιητή Τεντ Χιουζ, προς στιγμή πιστεύει πως βρήκε την γαλήνη που αναζητούσε πάντα. Η σχέση τους είναι βαθιά χειριστική και κατά συνέπεια κακοποιητική. Η αποβολή της μετά από λίγο καιρό ανασύρει επώδυνες μνήμες. Αρχίζει και γράφει συνέχεια μικρές ιστορίες για τον θάνατο. Ο άντρας της επεμβαίνει στην σχέση της με τους εκδότες. Για πολλούς είναι και η αιτία που δεν αναγνωρίζεται το συγγραφικό της έργο. Αποκτούν δύο παιδιά και μετακομίζουν στο Λονδίνο. Εκεί, ο Τεν Χιουζ δημιουργεί παράλληλη σχέση με την ποιήτρια Άσια Γουέβιλλ. Αυτό είναι και το τελειωτικό χτύπημα στην ήδη ευαίσθητη υγεία της.

Το ταλέντο της Σύλβια Πλαθ αναγνωρίζεται μετά θάνατον όταν εκείνη δεν είναι εκεί για να την τρομάζει. Το 1965 η κόρη της Φρίντα Χιουζ επιμελείται και δίνει προς κυκλοφορία το  «Αριελ». Ο Τεντ Χιουχ λογοκρίνει κάποια αποσπάσματα που μιλάνε για τον ίδιο και τον πατέρα της. Αυτό σήκωσε θύελλά αντιδράσεων στον κόσμο των γραμμάτων με έναν Χιουζ να απομονώνεται κοινωνικά.

Το 1982 της απονέμεται το Βραβείο Πούλιτζερ.

Πλέον, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μελάνι μια καινούργια έκδοση του «Άριελ»,  σε μετάφραση Ελένης και Κατερίνας Ηλιοπούλου και πρόλογο της Φρίντα Χιουζ.

Σε αυτή την έκδοση περιλαμβάνονται τα αυθεντικά ποιήματα της Σύλβια Πλάθ.

Δείτε επίσης