The news is by your side.

Διαβάσαμε το καινούργιο βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Στ’ αμπέλια» από τις εκδ. Πόλις

Κείμενο: Εύα Κουκή ([email protected])

«Μπαίνω στον πειρασμό κάμποσες φορές να σκέφτομαι ότι η ζωή δεν στάθηκε γενναιόδωρη μαζί μου. Είναι άδικο: εννιά παιδικά καλοκαίρια αδιατάρακτης ευτυχίας, μέσα σ’ έναν ωκεανό αγάπης, δεν είναι λίγο». Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης ανασυνθέτει σπαραγματικά τα εννιά καλοκαίρια της παιδικής του ηλικίας που πέρασε στ’ αμπέλια, λίγο έξω από το χωριό του, τη Συκιά Λακωνίας. Τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου έμενε με την οικογένειά του στην Αθήνα, αλλά εκείνα τα εννιά καλοκαίρια την αποχωριζόταν για να πάει στ’ αμπέλια. Στόχος ήταν αφενός να σμίξει με τους συγγενείς του και αφετέρου να πάρει τα 3-4 κιλά που του ήταν αναγκαία. Πράγμα που στο τέλος κάθε καλοκαιριού, λόγω της πλούσιας διατροφής στο χωριό, είχε επιτευχθεί. Εννιά καλοκαίρια σε μια Ελλάδα που δεν υπάρχει πλέον, και που για τους νεότερους η ύπαρξή της είναι πιθανόν άγνωστη και σίγουρα ανοίκεια.

Η ανάγνωση του βιβλίου (το οποίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις), που κυλά αβίαστα χάρη στην ανάγλυφη γραφή του, μας ταξιδεύει στην ελληνική επαρχία της δεκαετίας του ’60 χωρίς να την εξωραΐζει. Άλλωστε, ο συγγραφέας σημειώνει ξεκάθαρα πως νιώθει συγκίνηση για εκείνον τον κόσμο και την εποχή του, μα δεν τον νοσταλγεί. Η ζωή στη επαρχία εκείνα τα χρόνια ήταν γεμάτη φτώχεια, η ανάγκη για αυτάρκεια ήταν μεγάλη, το κουτσομπολιό, οι δεισιδαιμονίες και ο αναλφαβητισμός βασίλευαν. Η παιδική θνησιμότητα ήταν κάτι το δεδομένο. Ο θάνατος παραμόνευε ανά πάσα στιγμή, έτσι κι αλλιώς. Μπορούσε κάποιος να χάσει τη ζωή του για το τίποτα, καθώς ήταν απροστάτευτος απέναντι στην αρρώστια.

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης μας φέρνει στο νου τον κόσμο του Παπαδιαμάντη, ακριβώς όπως τον εννόησε και τον αποτύπωσε στο έργο του: μη εξωραϊσμένο. Με την κακία, τις παρεξηγήσεις και τις μικροπρέπειές του. Μας παραθέτει, μάλιστα, ένα σημείο από τους Ελαφροΐσκιωτους του Παπαδιαμάντη για να τον κατανοήσουμε καλύτερα: «Μικρόν χωρίον, μεγάλη κακία. Το μίσος εμαίνετο, και μαινόμενον εβασίλευεν, εν μέσω οικογενειών και ατόμων». Γι’ αυτό τον κόσμο ο Ζουμπουλάκης υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας. Δεν κατάφεραν να το αγγίξουν, ωστόσο, βαθιά όλα αυτά διότι έμενε στην Αθήνα. Η απόσταση ήταν μεγάλη.

Το σχεδόν 90 σελίδων αυτοβιογραφικό βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη μοιάζει με ντοκιμαντέρ. Μας ανοίγει ένα παράθυρο στη ζωή της επαρχίας της Ελλάδας 70 περίπου χρόνια πριν. Και αυτό δεν το πετυχαίνει μόνο μέσω των εικόνων που περιγράφει αλλά και μέσω της γλώσσα που χρησιμοποιεί για να περιγράψει τις εικόνες αυτές. Ο συγγραφέας ενσωματώνει στη γραφή του αυτούσιες λέξεις και εκφράσεις από τη ζωή στ’ αμπέλια. Πράγμα που ενισχύει την αναγνωστική εμπειρία, καθώς ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με τη ζωντανή λαλιά του τόπου και της εποχής, που αποτελεί ουσιώδες πραγματολογικό στοιχείο.

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, που βρίσκει βαρετές τις διηγήσεις των παιδικών χρόνων της ζωής κάποιου, προβαίνει στη συγγραφή αυτού του βιβλίου για να «σώσει» μέσα από τις μνήμες του αυτό τον κόσμο που έχει περάσει και έχει φύγει ανεπιστρεπτί. «Δεν με διαμόρφωσαν τα γράμματα και οι τέχνες, ό,τι είμαι το χρωστάω σε όσα έζησα, κυρίως σε όσα έζησα με την αδερφή μου. Τα εννιά καλοκαίρια στ’ αμπέλια έπαιξαν και αυτά σημαντικό ρόλο στη ζωή μου, όπως αναγνώρισα πολύ αργότερα. Εκείνο που τους χρωστάω κυρίως είναι ότι εκεί έχει τη ρίζα της μια ηθική επιλογή, που κάποτε πήρε και πολιτικά χαρακτηριστικά, ότι θα είμαι πάντα με τη μεριά των φτωχών και των αδικημένων».