Διαβάσαμε το μυθιστόρημα «Η ιστορία της θεραπαινίδας» της Μάργκαρετ Άτγουντ

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός

«Τώρα απομένει ένα κενό που πρέπει να γεμίσει, στον υπερβολικά ζεστό αέρα της κάμαράς μου, ένας κενός χώρος, κι ένας κενός χρόνος ένας χωροχρόνος, ανάμεσα στο εδώ και τώρα και στο εκεί και τότε, με το δείπνο ανάμεσα τους σαν σημείο στίξης. Η άφιξη του δίσκου, που μου τον φέρνουν στο δωμάτιο λες κι είμαι ανήμπορη και δεν μπορώ να ανεβοκατέβω τη σκάλα. Ανήμπορη, μια γυναίκα που της έχει αφαιρεθεί η δύναμη του μπορώ. Δεν μπορώ να ταξιδέψω. Δεν μπορώ να ξεφύγω.»

Η Μάργκαρετ Άτγουντ αποτελεί μία από τις σημαντικότερες συγγραφείς του Καναδά. Πολυγραφότατη, πρωτοπόρος, προφητική και πάντα πιο μπροστά από την εποχή της, η συγγραφέας έχει δημιουργήσει έναν ζωντανό μύθο γύρω από το όνομα της. Την συγγραφέα την “γνώρισα” τυχαία διαβάζοντας το μυθιστόρημα της «Όρυξ και Κρέικ» που επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της Έφης Τσιρώνη. Μία τυχαία συνάντηση λοιπόν, που έμελλε να είναι καθοριστική, αφού μέσα απ’ την ανάγνωση ενός και μόνο βιβλίου, η Άτγουντ κατάφερε να αποτυπωθεί στην μνήμη μου, καθώς και να εξάψει το αναγνωστικό μου ενδιαφέρον για τα υπόλοιπα βιβλία της.

Συνέχισα με την «Πηνελοπιάδα» (μτφρ. Λ. Καρατζάς, Ωκεανίδα, Αθήνα 2005), καθώς και με το μυθιστόρημα «Η ιστορία της πορφυρής δούλης»  (μτφρ. Π. Μάτεσις, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1989). Έπειτα, έπιασα στα χέρια μου, το βραβευμένο με Booker μυθιστόρημα «Ο Τυφλός δολοφόνος» (μτφρ. Π. Μοσχοπούλου, Ψυχογιός, Αθήνα 2011), ενώ πρόσφατα ολοκλήρωσα την τριλογία της, διαβάζοντας τα «Η χρονιά της πλημμύρας» (μτφρ. Μπ. Κουμπαρέλη, Ψυχογιός, Αθήνα 2011) και «Το τέλος του κόσμου» (μτφρ. Ε. Τσιρώνη, Ψυχογιός, Αθήνα 2014).

Γράφω το παρόν άρθρο με αφορμή το μυθιστόρημα «Η ιστορία της θεραπαίνιδας» που αποτελεί επανέκδοση του μυθιστορήματος «The handmaid’s tale» που είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Εστία, το 1989. Μυθιστόρημα που διάβασα την περασμένη εβδομάδα, με αφορμή την επόμενη συνάντηση της Λέσχης Ανάγνωσης, όπου το βιβλίο θα αποτελέσει το αντικείμενο της συζήτησης μας. Η νέα μετάφραση του βιβλίου ανήκει στον συγγραφέα Αύγουστο Κορτώ, ενώ το μυθιστόρημα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, που τα τελευταία χρόνια εκδίδει τα λογοτεχνικά έργα της Καναδής συγγραφέως στην χώρα μας.

Πρώτα απ’ όλα, θα ήθελα να συγχαρώ τον μεταφραστή για την εξαιρετική δουλειά του. Ειλικρινά, απόλαυσα στο έπακρο την ανάγνωση του βιβλίου, σε αντίθεση με την ανάγνωση της πρώτης μετάφρασης του Μάτεση, η οποία ήταν κάκιστη. O Κορτώ από την άλλη φαίνεται να φέρθηκε με αγάπη στο πρωτότυπο κείμενο, ενώ προσπάθησε όσο το δυνατόν καλύτερα να αποτυπώσει την ατμόσφαιρα και το μοναδικό στυλ γραφής της Άτγουντ!

«Η ιστορία της θεραπαίνιδας» λοιπόν, είναι ένα καθαρά δυστοπικό μυθιστόρημα, με έντονο φεμινιστικό “άρωμα”, το οποίο διατρέχει το κείμενο του βιβλίου, από την αρχή μέχρι και το τέλος. Σύμφωνα με την συγγραφέα η δυστοπία είναι ένας δυσοίωνος κόσμος από τον οποίο οι άνθρωποι επιζητούν πάση θυσία να αποδράσουν. Φράση που πράγματι βρίσκει εφαρμογή στις σελίδες του βιβλίου, όπου ο αναγνώστης παρακολουθεί την ιστορία της Τουφρέντ.

Ανοίγοντας το συγκεκριμένο βιβλίο, ο αναγνώστης μεταφέρεται στο μέλλον, όπου η υπογονιμότητα μαστίζει το γυναικείο φύλο,  στην Δημοκρατία της Γαλαάδ, η οποία έχει έδρα τις πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις του Χάρβαρντ. Τοποθεσία η οποία δεν επιλέχθηκε τυχαία από την δημιουργό, αφού κάποτε στο ίδιο σημείο ήταν η θεολογική σχολή των Πουριτανών. Στην αποπνικτική κοινωνία της Γαλαάδ επικρατεί ένα θεοκρατικό καθεστώς που θεμελιώθηκε σε χωρία από το βιβλίο της Γένεσις, ένα καθεστώς πατριαρχίας, καθεστώς που αποτελεί την συνισταμένη πολλών παραγόντων, όπως ο πουριτανισμός, ο μισογυνισμός, καθώς και ο σκοταδισμός που επικρατούσε κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Μία κοινωνία, όπου το ταξικό χάσμα έχει αμβλυνθεί και η υπάρχουσα ελίτ, που αποτελείται από τους Κυβερνήτες και τις Συζύγους τους, ασκεί εξουσία. Μία κοινωνία όπου οι γυναίκες είναι χωρισμένες στις Συζύγους των Κυβερνητών, στις Μάρθες (οικιακές βοηθοί), στις Θείες (αυτές που γαλουχούν και εκπαιδεύουν τις Θεραπαινίδες), και τις Θεραπαινίδες.

Οι Θεραπαινίδες είναι μία κοινωνική ομάδα γυναικών, οι οποίες απήχθησαν από τις οικογένειες του, με γνώμονα το γεγονός πως είναι ακόμη σε θέση να τεκνοποιήσουν. Είναι γυναίκες οι οποίες εκπαιδεύτηκαν, ώστε να καταφέρουν να προσαρμοστούν στις επιταγές που τους επιβάλει ο νέος τους κοινωνικός ρόλος στην Δημοκρατία της Γαλαάδ. Ουσιαστικά ,οι Θεραπαινίδες αποτελούν μία σύγχρονη, ίσως μελλοντική, μορφή δούλων, αφού η κοινωνία στην οποία ανήκουν της βλέπει αποκλειστικά ως αναπαραγωγικά σκεύη. Σε αυτή τους την ιδιότητα ξεκινά και τελειώνει ο κοινωνικός τους ρόλος, καθώς και τα ελάχιστα ανθρώπινα δικαιώματα, τα οποία διαθέτουν. Οι Θεραπαινίδες είναι γυναίκες οι οποίες ανήκουν στον Κυβερνήτη τους, γι’ αυτό και το όνομα τους είναι αποτέλεσμα αυτής της κτήσης. Είναι γυναίκες, η φύση των οποίων, καθώς και η ανθρώπινη υπόσταση τους, έχουν κατακερματιστεί!

Στην κοινωνία αυτή λοιπόν, ο αναγνώστης συναντά την Θεραπαινίδα και πρωταγωνίστρια του βιβλίου, την Τουφρεντ, την καθημερινότητα της οποίας και παρακολουθούμε! Η Τουφρέντ επιδίδεται σε μία βαθιά εξομολόγηση, κατά την διάρκεια της οποίας δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην τωρινή της ζωή, αλλά περνούν από το μυαλό της σαν θραύσματα και αναμνήσεις που αφορούν την προηγούμενη ζωή της, που τώρα πια φαντάζει μακρινή, και άπιαστη σαν όνειρο.

Μέσα από την εξομολόγηση της Τουφρέντ μαθαίνουμε για το πως λειτουργεί η Δημοκρατία της Γαλαάδ. Οι Θεραπαινίδες δεν επιτρέπεται να κυκλοφορούν μόνες. Πηγαίνουν σε δυάδες. Απαγορεύεται να γράψουν, να διαβάζουν, να διατηρήσουν το βλέμμα τους επάνω στους ανθρώπους και ειδικότερα στους άντρες. Δεν δημιουργούν διαπροσωπικές σχέσεις, δεν δένονται. Δεν πρέπει να αισθάνονται. Είναι υποχρεωμένες να φορούν μακρυά κόκκινα φορέματα, εμπνευσμένα από τις στολές των Γερμανών κρατουμένων στα στρατόπεδα του Καναδά κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ τα λευκά καπέλα που θυμίζουν κολάρο, μειώνουν την περιφερειακή όραση, καθώς και το εύρος του οπτικού πεδίου, αναγκάζοντας τις Θεραπαινίδες όταν περπατούν να κοιτούν μόνο ευθεία μπροστά!

Παράλληλα, μα γνωστοποιεί το τραγικό τέλος που βρίσκουν οι αντιφρονούντες του θεοκρατικού αυτού καθεστώτος, μεταξύ των οποίων οι  αιρετικοί ιερείς, καθώς και οι γιατροί που στο παρελθόν εκτελούσαν εκτρώσεις. Αντιφρονούντες συγκεκριμένα εκτελούνταν και τους κρεμούσαν ύστερα στα τείχη της πόλης, ώστε να τους βλέπει ο καθένας στην βόλτα του, και να παραδειγματίζεται. Μπορεί λοιπόν οι νόμοι να είναι σκληροί και οι απαγορεύσεις απροσπέλαστες, ωστόσο υπάρχουν και εκείνοι οι πολίτες της Γαλαάδ, οι οποίοι καταφέρνουν να ξεγλιστρούν και να δρουν στο σκοτάδι παράνομα, στην μαύρη αγορά, όπου η παραβατικότητα ανθίζει σημαντικά.

Μέσα από τις σκέψεις, τα συναισθήματα, καθώς και την αναπόφευκτη σύγκρισης της τωρινής και της προηγούμενης καθημερινότητας της, η Τουφρέντ προσπαθεί να βρει απαντήσεις για το πως θα πρέπει να σταθεί απέναντι στο επιβαλλόμενο αυτό καθεστώς. Να προσαρμοστεί ή να αντιδράσει; Να παραμείνει ένας παθητικός δέκτης όλων αυτών ή να επαναστατήσει; Η Τουφρέντ νιώθει αρκετά μπερδεμένη. Δεν έχει καταλήξει αν τελικά αξίζει να συγκρουστεί με το καθεστώς που επικρατεί στην Γαλαάδ και να υπομείνει ύστερα τις συνέπειες των πράξεων της. Μέσα της λαμβάνει χώρα μία σύγκρουση σκέψεων και συναισθημάτων κι εκείνη προβληματίζεται έντονα. Ο αναγνώστης παρακολουθεί σελίδα τη σελίδα την μάχη που μαίνεται μέσα της, ενώ γίνεται αυτόπτης μάρτυρας μιας μικρής αλλαγής που ξεκινά εντός της από την στιγμή που μαθαίνει την σημασία της φράσης “Nolite te bastardes carborundorum”, “μην αφήσεις τους μπάσταρδους να σε συνθλίψουν”.

Ασυνείδητα λοιπό, δίχως πολλές φορές να το καταλαβαίνει και η ίδια, η Τουφρέντ ξεκινά μία μικρή επανάσταση, παραβιάζοντας αρχικά μία σειρά κανόνων, ενώ σταδιακά γίνεται κατά μία έννοια κυρίαρχος του σώματος και των συναισθημάτων της. Καταφέρνει δηλαδή να ξανά ζήσει κάποια πράγματα που της θυμίζουν την προηγούμενη ζωή της, καταφέρνει να αγαπήσει ξανά και να ξανά αγαπηθεί όπως τότε, κι ας προδίδει τους ανθρώπους που ζουν στις αναμνήσεις της.

Διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο, μπορώ να πω ότι ο χαρακτήρας της Τουφρέντ ειλικρινά με γοήτευσε. Η αρχική της παθητικότητα και η απάθεια, ίσως να με εκνεύρισαν λιγάκι, αν και φαντάζουν απόλυτα λογικές μέσα σε ένα τέτοιο καθεστώς. Ωστόσο, η Τουφρέντ όπως αποδείχτηκε στην πορεία ήταν μία γυναίκα απελπισμένη, που ήθελε να αποκτήσει ξανά τον έλεγχο του σώματος της. Ήταν μία γυναίκα που διψούσε για συναισθήματα, μία γυναίκα που ήθελα να αγαπήσει και να την αγαπήσουν, να ερωτευτεί και να την ερωτευθούν, να την αγγίξουν κυριολεκτικά και μεταφορικά με σεβασμό, αγάπη και πάθος. Την συμπόνεσα, ταυτίστηκα μαζί της, αγωνιούσα διαρκώς, σελίδα τη σελίδα, για την τύχη της.

Η Μάργκαρετ Άτγουντ αποδεικνύει για ακόμη μία φορά μέσα από το έργο της πως είναι μία  μεγάλη συγγραφέας. Δεν γίνεται διδακτική, δεν κρίνει, δεν στηλιτεύει. Φαινομενικά απαθής και αποστασιοποιημένη από την ηρωίδα της, η διορατική συγγραφέας αναλαμβάνει τον ρόλο του μάντη, ή εκείνον του προφήτη, και μας παρουσιάζει μία μελλοντική κοινωνία που ίσως κάποτε να φάνταζε μακρινή, αλλά τελικά διαβάζοντας το βιβλίο και κάνοντας έναν μικρό διάλογο με την σκέψη σου, αυτό που συμπεραίνεις είναι πως βρίσκεται μία ανάσα μακριά! Άλλωστε και σήμερα στις περισσότερες κοινωνίες κυρίαρχο γνώρισμα είναι η πατριαρχία! Η γυναίκα ακόμη θεωρείται το “αδύναμο φύλο” και αντιμετωπίζεται πολλές φορές ως αντικείμενο, ειδικά στις οποίες απαγορεύονται οι εκτρώσεις και κατά κάποιον τρόπο η γυναίκα χάνει τον έλεγχο του σώματος της, και κατ’ επέκταση του εαυτού της.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της συγγραφέως που πάντα με κερδίζει στα βιβλία της παρότι δεν συμβαίνει σε όλους τους αναγνώστες, αλλά και ούτε με όλους τους συγγραφείς είναι το γεγονός πως η πλοκή των μυθιστορημάτων της Άτγουντ δεν έχει ιδιαίτερη κλιμάκωση, αν εξαιρέσει κανείς τις τελευταίες σελίδες των βιβλίων της. Τις περισσότερες φορές, αυτό που επιθυμεί και πράττει η συγγραφέας μέσα απ’ τα γραφόμενα της είναι να παρουσιάσει στο αναγνωστικό κοινό έναν κόσμο δυστοπικό, κόσμο πραγματικά εφιαλτικό, που μπορεί κάποτε να αποτελούσε γέννημα της φαντασίας μας, όμως με τον τρόπο που μας σκιαγραφεί, δείχνει πόσο γρήγορα ένα μακρινό όνειρο, μπορεί να μετατραπεί σε έναν πολύ κοντινό εφιάλτη, που όλο και πλησιάζει! Το να παρουσιάζει λοιπόν με τέτοια φυσικότητα την διαμόρφωση μίας τέτοιας κοινωνίας και τα αρνητικά της επακόλουθα, μιας κοινωνίας η οποία θα μπορούσε να αποτελεί μέρος του παρελθόντος, του παρόντος, αλλά και του μέλλοντος είναι πραγματικά άξιο θαυμασμού!

Τέλος, αν έπρεπε να ξεχωρίσω μία σκηνή που με συγκλόνισε μέσα σε όλο το βιβλίο, αυτή θα ήταν σίγουρα η σκηνή  του κεφαλαίου 16, που ξεκινά από την σελίδα 133 και ολοκληρώνεται στην σελίδα 136. Δεν θα σας στην αποκαλύψω φυσικά, αλλά θα σας προτρέψω να διαβάσετε την Ιστορία της Θεραπαινίδας, κι όταν θα φτάνετε στην σελίδα 133 να είστε προετοιμασμένοι να βιώσετε μία συγκλονιστική αναγνωστική εμπειρία. Που σίγουρα θα μείνει ανεξίτηλη στην μνήμη σας!

Δείτε επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.