The news is by your side.

«Γεύμα στα οδοφράγματα», της Pauline Dreyfus

Κείμενο: Εύα Κουκή ([email protected])

Παρίσι, Μάιος του 1968, ξενοδοχείο Le Meurice. Η ιστορία του βιβλίου Γεύμα στα οδοφράγματα της Pauline Dreyfus, που βασίζεται σε αληθινά γεγονότα, τοποθετείται στην καρδιά του Παρισιού, στο ιστορικό ξενοδοχείο Meurice, την ώρα που στους δρόμους της πόλης ξεσπάει η κοινωνικοπολιτική αναταραχή που έμεινε γνωστή στην Ιστορίας ως «Μάης του ‘68».

Το Le Meurice είναι ένα από τα ιστορικότερα και πιο πολυτελή ξενοδοχεία στο Παρίσι. Βρίσκεται στον αριθμό 228 της οδού Rivoli, απέναντι από τον Κήπο του Κεραμεικού (Jardin des Tuilleries) και πολύ κοντά στο Μουσείο του Λούβρου. Πρωτοιδρύθηκε το 1817 για να υποδέχεται τους Βρετανούς τουρίστες που έφταναν στο Παρίσι και από το 1835 λειτουργεί στη σημερινή του τοποθεσία. Από τις σουίτες του έχουν περάσει βασιλιάδες, σουλτάνοι, αρχηγοί κρατών και κάθε λογής διασημότητες. Κατά τη διάρκεια του Α’ Π.Π. χρησιμοποιήθηκε ως στρατιωτικό νοσοκομείο και στον Β’ Π.Π. επιτάχτηκε και μετατράπηκε στο στρατιωτικό διοικητικό κέντρο του Παρισιού με διοικητή τον ναζί Ντίτριχ φον Χόλτιτς.

Σε αυτό το ξενοδοχείο, που είναι διακοσμημένο σε αυτοκρατορικό στιλ Λουδοβίκου ΙΣΤ’, απονέμεται κάθε χρόνο ένα γεύμα προς τιμή του νικητή συγγραφέα του βραβείου Ροζέ Νιμιέ (βραβείο θεσπισμένο στη μνήμη του συγγραφέα –και βασικού εκπρόσωπου των «Ουσάρων», των συντηρητικών πεποιθήσεων συγγραφέων– που έχασε τη ζωή του ξαφνικά σε αυτοκινητικό δυστύχημα). Το 1968, τη χρονιά κατά την οποία συμβαίνουν όσα αφηγείται η συγγραφέας στο βιβλίο της, το βραβείο απονέμεται στον μόλις 22 χρόνων Πατρίκ Μοντιανό και το γεύμα –συνοδεία ενός καθόλου αμελητέου χρηματικού ποσού– παρατίθεται από την πάμπλουτη Φλόρενς Γκουλντ, που για χρόνια διαμένει μόνιμα στο  Meurice και είναι γνωστή για τα μηνιαία γεύματα που οργανώνει, τις περίφημες «Μερισιάδες», που αποτελούν την καλύτερη διαφήμιση του ξενοδοχείου.

Τον Μάιο του 1968, όμως, τα πράγματα δεν κυλούν ως συνήθως. Το Meurice βρίσκεται σε αναταραχή, το προσωπικό του τρέχει αλαφιασμένο και οι πελάτες του όλο και λιγοστεύουν. Δεν υπάρχει διευθυντής στη θέση του, και οι υπάλληλοι δε είναι στα γνωστά τους πόστα. Το Meurice βρίσκεται σε καθεστώς αυτοδιαχείρισης. Το ξενοδοχείο έχει καταληφθεί από το προσωπικό του, μετέχοντας στα τεκταινόμενα των ημερών που έχουν ως αποκορύφωμα τη γενική απεργία των 2/3 του εργατικού δυναμικού σε ολόκληρη τη Γαλλία. Οι φοιτητές στήνουν οδοφράγματα όχι πολύ μακριά απ’ το Καρτιέ Λατέν «παίζοντας» πετροπόλεμο με την αστυνομία και φωνάζοντας συνθήματα, από τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ αφαιρείται το δικαίωμα εισόδου στη χώρα, η Γαλλική Εθνοσυνέλευση κοντεύει να διαλυθεί και ο στρατηγός Σαρλ ντε Γκολ μένει μετέωρος. Είναι δυνατόν μεσούσης αυτής της χαώδους κατάστασης να δοθεί κανονικά το γεύμα της απονομής του βραβείου; Και ποιοι θα είναι οι καλεσμένοι, αφού πολλοί από αυτούς που έχουν προσκληθεί δε θέλουν ή δεν μπορούν πια να φτάσουν στο Meurice εξαιτίας της εξέγερσης και της αναταραχής;

Στο βιβλίο της Drefys πρώτα νοήματα και δεύτερες αναγνώσεις διαπλέκονται επιτυχημένα. H Drefys γράφει μια σάτιρα και με έξυπνο τρόπο δεν αφήνει κανέναν απ’ έξω. Με σκηνικό το πολυτελές ξενοδοχείο στο κέντρο του Παρισιού, σε πρώτο πλάνο βλέπουμε: τους πλούσιους πελάτες που έρχονται και παρέρχονται, την υποτιθέμενη φιλότεχνη και πραγματικά βαθύπλουτη Φλόρενς Γκουλντ που απονέμει κάθε χρόνο το βραβείο αλλά το μόνο που διαβάζει είναι τα άρθρα της  Figaro για να διαπιστώσει τι έχει γραφτεί για τα γεύματά της, τον διευθυντή του ξενοδοχείου που τρέμει μη φύγουν οι πελάτες του και προτιμήσουν αντίπαλα ξενοδοχεία, τον ρεσεψιονίστα που παρακολουθεί ανελλιπώς τις  κοσμικές σελίδες καθώς ο χειρότερος εφιάλτης του είναι μη τυχόν υποδεχθεί κάποια αλλοδαπή εξόριστη βασίλισσα ή μια μεγάλη διασημότητα και δε την αναγνωρίσει, τον Δάσκαλο  Σαλβαδόρ Νταλί με τις παραξενιές του, τον κροίσο και πολύ φοβητσιάρη Ζαν Πολ Γκεττύ, τον άγνωστο τότε συγγραφέα Πατρίκ Μοντιανό που η είσοδός του στο ξενοδοχείο ζωντανεύει την εμμονή του με τον Β’ Π.Π. και την περίοδο της κατοχής.

Η συγγραφέας συνθέτει ένα βιβλίο πάνω στην επαναστατικότητα και την μπουρζουαζία, πάνω στην πολυτέλεια και τα οδοφράγματα, πάνω στη ματαιοδοξία και την ουτοπία.  Με μέσο τη σάτιρα προχωρά σε περιγραφές προσώπων και καταστάσεων και μεταφέρει το κλίμα του Μάη του ’68 ιδωμένο μέσα από μια άλλη οπτική γωνία. Μεταφέρει τις υπόγειες σκέψεις των προσώπων, αστειεύεται χωρίς να χάνει την προοπτική του βάθους των καταστάσεων, περιγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια την κλιμάκωση μια κατάστασης που φέρνει κάθε ένα από τα πρόσωπα σε αμηχανία. Το Γεύμα στα Οδοφράγματα  είναι ένα διασκεδαστικό  και ταυτοχρόνως βαθύ βιβλίο που φέρνει σε επαφή την Ιστορία με τις μικρές ιστορίες και τον αντίκτυπο ενός συλλογικού βιώματος με τα μικρά μα ουσιαστικά προσωπικά βιώματα.