Αφιέρωμα: Δημήτρης Μυταράς / Η τέχνη απευθύνεται σε ελεύθερους ανθρώπους

Ο Δημήτρης Μυταράς γεννήθηκε στις 18 Ιουνίου του 1934 στην Χαλκίδα, στην πόλη που μέχρι και τον θάνατο του θα τον συνέδεε μια βαθιά σχέση «αφοσίωσης και ερωτισμού» όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά είχε πει.

Ο Δημήτρης Μυταράς υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικούς εικαστικούς της γενιάς του. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και μαθήτευσε δίπλα στον Γιάννη Μόραλη και τον Σπύρο Παπαλουκά. Ολοκληρώνοντας τις βασικές του σπουδές φεύγει για το Παρίσι, με υποτροφία από το ‘Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών και συνεχίζει την εκπαίδευση του στην École Supérieure des Arts Décoratifs με τους Λαμπίς και Ζ. Λ. Μπαρρώ (1961 – 1964) κάνοντας σκηνογραφία.

Το 1975 εκλέχτηκε καθηγητής της ΑΣΚΤ και το εργαστήριο του γίνεται περιζήτητο ανάμεσα στους φοιτητές. Την τριετία 1982 έως και 1985 διετέλεσε πρύτανης της σχολής, ενώ, λίγο πριν, είχε ιδρύσει στην ιδιαίτερη πατρίδα του το  Εργαστήρι Τέχνης Χαλκίδας, το οποίο, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της συζύγου του Χαρίκλειας Μυταρά, αναπτύσσει σημαντική διδακτική και πολιτιστική δραστηριότητα.

Η τεχνική του στο σύνολο της περνάει από πολλά σκαμπανεβάσματα. Λατρεύει τους πειραματισμούς και είναι πολύ παραγωγικός. Αρχικά, τα έργα του χαρακτηρίστηκαν από περιορισμένη χρήση χρώματος, κριτικό ρεαλισμό και αναφορές φωτογραφικών ντοκουμέντων, που τραβάει ο ίδιος. Αυτό συμβαίνει, κυρίως την εποχή της δικτατορίας, όπου η τέχνη του γίνεται πιο καταγγελτική. Του αρέσει να συνδυάζει διαφορετικές σχολές και να ενσωματώνει αντιφατικά δεδομένα. Παρατηρώντας τα έργα του συχνά ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με τον λυρισμό και την τραχύτητα, ο έρωτας μπερδεύεται με την βία και ο έμμετρος με τον πεζό λόγο.

Μετά, τα πρώτα χρόνια της αποκατάστασης της δημοκρατίας και ενώ έχει αρχίσει ήδη να αναγνωρίζεται η δουλειά του στρέφεται προς τον εξπρεσιονισμό και το έντονο χρώμα. Υπάρχουν εντάσεις και πολλά ανθρωποκεντρικά στοιχεία. Οι γραμμές των προσώπων σχηματίζουν απλώς μορφές χωρίς ιδιαίτερες λεπτομέρειες, ενώ χτίζουν ογκομετρικά το χώρο και ορίζουν τον περιβάλλοντα τόπο δράσης. Προτιμά τα θερμά χρώματα, κυρίως κόκκινο και κίτρινο και τα αντιπαραβάλλει με το μαύρο και το μπλε οδηγώντας την τελική μορφή του έργου σε μια ισορροπία.

Μεγάλη του αγάπη το θέατρο και η σκηνογραφία. Συνεργάστηκε με Εθνικό Θέατρο, το ΚΘΒΕ, το Θέατρο Τέχνης Καρολου Κουν, το Αμφιθέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου και φυσικά με το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου.

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές δουλειές του ήταν οι «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Σπύρου Α. Ευαγγελάτου (1969) όπου έφτιαξε τα σκηνικά της παράστασης.

Επίσης ασχολήθηκε με την εικονογράφηση και με την εικαστική επιμέλεια δίσκων, όπως, το «Χρονικό» του Γιάννη Μαρκόπουλου (1970).

Έχει διακοσμήσει με τοιχογραφίες πολλά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια. Το έργο του Δεξίλεως κοσμεί τον σταθμό του Μετρό «Δάφνη». Το έργο αναπτύσσεται σε τέσσερις κεραμικές συνθέσεις, διαφορετικών διαστάσεων. Η μορφή που κυριαρχεί είναι ο Δεξίλεως, ο αρχαίος Αθηναίος, ο οποίος υψώνει το δόρυ του ενάντια στον πεσμένο, κάτω από το άλογό του εχθρό, σαν ένας αρχαίος Άγιος Δημήτριος.

Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει θεωρητικά κείμενα και μελέτες για την τέχνη που έχουν εκδοθεί και σε βιβλία, αρθρογραφία στον Τύπο για διάφορα θέματα.

Έχει τιμηθεί με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα, ενώ το 2008 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Τρία χρόνια μετά διεγνώσθη με μία οπτική νευροπάθεια και φεύγει για την Σουηδία. Όταν επιστρέφει δυσκολεύεται να παραστεί σε όλες τις συνεδριάσεις της Ακαδημίας με αποτέλεσμα να του αφαιρεθεί ο τίτλος. Κάτι, που τον είχε πικράνει ιδιαίτερα και σχολιάστηκε, όπως, ήταν αναμενόμενο, πολύ επικριτικά από τους ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων. Ο ίδιος, τότε είχε πει «Έτσι απλά με πέταξαν έξω σαν να ήμουν ένα τίποτα».

Ο Δημήτρης Μυταράς φεύγει από την ζωή σε ηλικία 82 ετών στις 16 Φεβρουαρίου 2017 αφήνοντας ένα σημαντικό έργο πίσω του και τον λόγο του περί τέχνης «H τέχνη απευθύνεται σε ελεύθερους ανθρώπους, αλλά είναι πολύ δύσκολο να καταλάβει κανείς ποιοι είναι οι ελεύθεροι άνθρωποι. Πρέπει να ξέρει ο καλλιτέχνης πως όταν ξύσεις ένα αληθινό έργο τέχνης θα τρέξει λίγο αίμα».

Δείτε επίσης