Νίκος Ξένιος «Καθένας ανάμεσά μας αναζητά μια πατρίδα»

Συνέντευξη στη Μαρκία Λιάπη ([email protected])

Ο Νίκος Ξένιος μιλά για την επιβίωση, την κριτική και τη συγγραφή.

Κύριε Ξένιε, εμφανιστήκατε στη λογοτεχνική σκηνή με τη συλλογή διηγημάτων «Το άχτι», 2011. Επειτα, στραφήκατε στη νουβέλα «Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα» και «Το κυνήγι του βασιλιά Ματθία». Αυτές οι πρώτες μικρές αλλά εκκωφαντικές ιστορίες αποτέλεσαν και μια πρώτη, βίαιη, δημιουργική γέννα; Στη λογοτεχνική σκηνή είχα πρωτοεμφανιστεί το 1991, στη συλλογή «Ιστός ’95» του υιού Σαββίδη. Από τότε έως το 2011 έγραφα αδιαλείπτως και αραιά δημοσίευα μεμονωμένα διηγήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά, όμως ένιωσα αίφνης πως έπρεπε να δημοσιεύσω μιαν απόλυτα αυστηρή επιλογή από ένα ευρύτατο φάσμα διηγημάτων που γράφηκαν αυτά τα είκοσι χρόνια που μεσολάβησαν. Το άχτι ήταν αυτή η αυστηρή επιλογή. Όσο για το Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα, αυτή ήταν μια άμεση, φρέσκια δημιουργία, στο διάστημα του ενός έτους που μεσολάβησε ανάμεσα στα δυο βιβλία.

Παρά τις ειδολογικές διαφορές, κεντρικό νήμα μοιάζει να είναι ένας λόγος για την προσωπική και συλλογική επιβίωση. Είναι η επιβίωση το βασικότερο ανθρώπινο ένστικτο; Σε αυτήν την επισήμανσή σας έχετε δίκιο: η επιβίωση είναι όντως το κεντρικό θεματικό νήμα που διατρέχει και τα δύο πρώτα βιβλία μου. Ωστόσο, η πρόθεσή μου ήταν ο σαρκασμός. Η ποιητική απόδοση της αίσθησης ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ένα τεράστιο αστείο, μια φάρσα ας πούμε. Δεν αποκλείεται ένα θεμελιώδες ένστικτο να υποβάλλει στον άνθρωπο το χιούμορ, ως μοναδική σωτηρία από την αγριότητα που βιώνει, παρά τον προχωρημένο εκπολιτισμό τον οποίο αυταπατάται ότι έχει κατακτήσει. Το ζήτημα, βεβαίως, επικεντρώνεται στο κατά πόσον η προσωπική επιβίωση αποβαίνει εις βάρος της συλλογικής.

Όπως και στο «Eνα τριάρι για τον Οιδίποδα», στο τελευταίο σας έργο, «Το κυνήγι του βασιλιά Ματθία», Εκδόσεις Κριτική, υπάρχουν κομβικής σημασίας διακειμενικές αναφορές: στο μεν πρώτο, παράλληλα με την κεντρική ιστορία εκτυλίσσεται η ιστορία του Οιδίποδα και των αρχετυπικών του διλημμάτων και, στο δεύτερο, μια μεσαιωνική αφήγηση για τη γυναίκα που συγκρούεται με την εξουσία. Είναι ένα χαρακτηριστικό που νιώθετε να επιστρέφει δυναμικά στη σύγχρονη λογοτεχνία, ειδικά αν σκεφτούμε και άλλους δημιουργούς της γενιάς σας; Ή μήπως είναι μόνιμη ανάγκη της ψυχής ο διάλογος με το προγενέστερο παράδειγμα; Υπάρχουν, όντως, διακειμενικές αναφορές, οι οποίες ωστόσο λειτούργησαν διαφορετικά ανά περίπτωση: Στο Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα ο αρχετυπικός μύθος είναι το πρόσχημα και το άλλοθι (τόσο για τον ήρωα, όσο και για μένα) ώστε να ακολουθήσεις απρόσκοπτα τη φωνή της συνείδησής σου: να λειτουργήσεις, δηλαδή, ενάντια στο προσδοκώμενο. Κατά μίαν έννοια αντικομφορμιστικά, κατά μίαν άλλη επαναστατικά, θεωρώντας τον εαυτό σου θύμα των περιστάσεων και της ανθρώπινης κακουργίας. Πρόκειται για μια τριπλή προβολή: Ό,τι έπαθε ο ήρωας της τραγωδίας το έπαθε και ο Σοφοκλής, ο δημιουργός του, και να που το παθαίνω κι εγώ, ο ηθοποιός που τον υποδύομαι. Παράλληλα, τα ανθρώπινα πράγματα συνεχίζουν να λειτουργούν με στενά οικονομικούς όρους, όπως πάντα, κι εγώ, ο ιδεολόγος, ο ευγενέστερος όλων, ο ιδαλγός, παραμένω αποκομμένος από την σφύζουσα πραγματικότητα. Στο Κυνήγι του βασιλιά Ματθία, αντίθετα, ο επινοημένος μεσαιωνικός θρύλος είναι η πεμπτουσία και ο στόχος της αφήγησης. Η σύγκρουση της ηρωίδας με την εξουσία είναι μια ιστορία βίας-βιασμού-παραβίασης των επιτρεπτών ορίων που στα ιστορικά της πλαίσια φαντάζει απολύτως νόμιμη και που προτίθεται να είναι αισθησιακή. Η αφήγηση του σύγχρονου πρόσφυγα είναι απλώς το όχημα για να ενεργοποιηθεί αυτός ο θρύλος και να προσλάβει τις διαστάσεις της παρηγοριάς, της παραμυθίας. Ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίον διαπλέκεται το παλιό με το καινούργιο στις δυο νουβέλες είναι τελείως τυχαίος. Δεν νομίζω πως, ηθελημένα τουλάχιστον, διαλέγομαι με άλλους συγγραφείς της ίδιας συγγραφικής γενιάς, ούτε επιλέγω ένα μεταμοντέρνο γνώρισμα ως σήμα κατατεθέν των κειμένων μου. Απλώς γοητεύομαι από την αίσθηση του παλαιού, σαν να προσδίδει αυτή την επίγευση του καλού κρασιού στο τελικό κράμα της αφήγησης.

Το βιβλίο του Νίκου Ξένιου «Το κυνήγι του βασιλιά Ματθία» κυκλοφόρησε στις 10 Οκτωβρίου 2017 από τις Εκδόσεις Κριτική.

Πώς βλέπετε το πολιτικό ζήτημα του πρόσφυγα, του μετανάστη και των ορίων σήμερα, των γεωγραφικών αλλά και των προσωπικών; Αρνούμενος να κάνω τη διάκριση μετανάστη και πρόσφυγα, δεν έχω παρά να πω ότι καθένας ανάμεσά μας αναζητά μια πατρίδα. Πατρίδα ως γενέθλιο τόπο, πατρίδα ως τόπο επιστροφής, απόληξης της περιπέτειας και της περιπλάνησης, μια καβαφική Ιθάκη δηλαδή. Ακόμη, πατρίδα ως πολιτιστικό στίγμα, ως σημείο αναφοράς, ως μέτρο αποτίμησης της ταυτότητάς του. Τέλος, το σημαντικότερο, ως αντικείμενο έλξης, έρωτα, λατρείας, όπως ο ερωτευμένος βασιλιάς αποζητά τη φευγάτη πριγκίπισσα που δεν μπορεί να στοχεύσει και να κατακτήσει. Η τελική σύγκρουση και ο αλληλοσπαραγμός προκύπτει όχι τόσο από την παραβίαση των ορίων των μεν από τους δε, όσο από την πεισματική, ιδιοκτησιακή σχέση που ο ένας πασχίζει να θεσπίσει εις βάρος του άλλου. Σε αυτήν την ευρύτερη προβληματική θα ενέτασσα και το οξύ μεταναστευτικό πρόβλημα. Οι κεντροευρωπαίοι πάσχουν από ιστορική αμνησία: ηθελημένα παρηγορούνται με τον μύθο της αυτοχθονίας, αυταπατώμενοι θεωρούν πως η γη τούς ανήκει. Ξεχνούν πως από κάποια υψίπεδα του Καυκάσου προέρχονται και οι ίδιοι, λησμονούν το γονίδιο Τζένκινς Χαν που κρύβεται στο DNA τους, τρέμουν μήπως χάσουν τα κεκτημένα τους και εξαπολύουν ένα κυνήγι εξολόθρευσης των νεοφερμένων από τον Τρίτο Κόσμο. Δεν βλέπω να έχει αλλάξει το παραμικρό μέσα στο πέρασμα των αιώνων.

Ασχολείστε με τη συγγραφή και την κριτική. Μπορούν να συνδεθούν αυτοί οι χώροι; Η λογοτεχνική κριτική συνδέεται με τη συγγραφή λογοτεχνίας με πατρική/υϊκή σχέση. Πώς να το οδηγήσεις το τρένο αν δεν κατέβεις κάτω, στα κάρβουνα, εκεί όπου καίνε οι μηχανές; Τα παραδείγματα προς επίρρωσιν της θέσης αυτής είναι πολλά (βλ. την περίπτωση του Ζιντ, του Καμύ, του Μπρεχτ, του Λόρκα, του Παζολίνι, του Μπόρχες, του Κουτσί και τόσων άλλων). Το στοχαστικό δοκίμιο, άλλωστε, είναι το πάντρεμα των δύο.

Σε παλαιότερη συνέντευξή σας προτρέψατε το αναγνωστικό κοινό να διαβάζει περισσότερους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του Ελληνα αναγνώστη του 2017; Δύσκολη ερώτηση. Η πρόχειρη αίσθηση που έχω είναι πως η ξένη πεζογραφία διαβάζεται περισσότερο από την ελληνική, πιθανόν γιατί διαφημίζεται περισσότερο. Μιλούμε, όμως, για τα μπεστ-σέλερς, τα μπλοκ-μπάστερς, τα κείμενα που έχουν διασκευαστεί για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, τις εύπεπτες, εκτεταμένες περιπέτειες με έντονη πλοκή, και όχι για τα υψηλών αναγνωστικών απαιτήσεων κείμενα. Πρόχειρα και πάλι, σας απαντώ πως θεωρώ ετερόκλητο το αναγνωστικό κοινό, τόσο διεθνώς, όσο και στην Ελλάδα. Η συντριπτικά πολυπληθέστερη κατηγορία καταναλώνει το ανώδυνο, κακογραμμένο ή γραμμένο βάσει συνταγής μυθιστόρημα ηθών, μια ενδιάμεση κατηγορία προσπαθεί να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στο «εμπορικό» και αυτό που ιδίω δικαιώματι χρίζει «ποιοτικό», ενώ ένας πολύ περιορισμένος αριθμός αναγνωστών έχει την αναγνωστική πείρα και τις υψηλές προσδοκίες ώστε να περιμένει πολλά από τη λογοτεχνία.

Κλείνοντας, πού βρίσκεται η δημιουργία για εσάς σήμερα; Αν εννοείτε «σε ποια θέματα εστιάζει η δημιουργία σήμερα», δυσκολεύομαι να σας απαντήσω γενικά. Αν, πάλι, θέλετε να σας πω πού, κατά την άποψή μου, π α ρ ά γ ε τα ι η Τέχνη σήμερα, θα σας απαντούσα χωρίς δισταγμό: στην περιφέρεια! Όσο μακρύτερα από τα κέντρα λήψης αποφάσεων γράφει, ζωγραφίζει, συνθέτει, χορεύει, τραγουδά, παίζει θέατρο ή γυρίζει ταινίες κανείς, τόσο κοντύτερα σε μια πιο γνήσια, πρωτότυπη, ανεπιτήδευτη και πηγαία μορφή δημιουργίας θα βρίσκεται. Στις φαβέλες, στα εργοστάσια, στις φτωχοσυνοικίες, στα υπόγεια των μεγαλουπόλεων, στους καταυλισμούς των προσφύγων, στα υπόγεια και στα στέκια του υπόκοσμου, στον αυτοσχεδιασμό και στη διάδραση των πολιτών, στους ερασιτεχνικούς θιάσους και στις μη επιχορηγούμενες ομάδες η δημιουργία δεν επαναπαύεται στις δάφνες της, αλλά είναι εκτεθειμένη, άρα δυναμική και υπό συνεχή διαμόρφωση. Και αυτό συμβαίνει, ξέρετε γιατί; Γιατί δεν έχει τίποτε να χάσει, ούτε υποχρεούται να συμβιβαστεί με τη γλώσσα που «ξεκουράζει» το αυτί του ανθρώπου. Εν ολίγοις, η δημιουργία για μένα λαμβάνει χώρα εκεί όπου ο άνθρωπος βασανίζεται, και όχι στις μεγάλες κρατικές όπερες, ούτε στις καθιερωμένες γκαλερί, ούτε στα σημεία αιχμής και κοσμικών συναντήσεων «περί τέχνης» στα οποία οι άνθρωποι επιδίδονται, με έμπνευση ή χωρίς, στο να εκθέτουν, να μελετούν και να αναλύουν τα έργα των πραγματικών δημιουργών.


Νίκος Ξένιος γεννήθηκε το 1962 στο Χαρτούμ και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και το 1986 ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές με τον Κορνήλιο Καστοριάδη στην École des Hautes Études en Sciences Sociales στο Παρίσι. Ως διδάκτορας της Πολιτικής Φιλοσοφίας δημοσίευσε μελέτες και ανακοινώσεις σε διεθνή συνέδρια. Συνεργάστηκε στο Λεξικό θεατρικών όρων (Κοάν) και στην Ισπανική Γραμματική του Στ.  Ροδαρέλλη (Ίασπις) και συμμετείχε στον τόμο Greek magic (Routledge). Διδάσκει στο Μουσικό Λύκειο Αλίμου. Συνεργάζεται με το περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες και την Bookpress, εκτάκτως δε και με τα περιοδικά Ιστός, Οδός Πανός, Δέ(κατα), Athens Review of Βooks, Ποιητική και Ουτοπία. Έχει δημοσιεύσει τη συλλογή διηγημάτων Το άχτι και τη νουβέλα Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα (Φαρφουλάς, 2011 και 2012 αντίστοιχα).

*Η παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Ξένιου «Το κυνήγι του βασιλιά Ματθία» θα πραγματοποιηθεί στις 22 Νοεμβρίου 2017, στις 19.30, στο βιβλιοπωλείο «Επί λέξει». Ομιλητές: Γιώργος Βέης, ποιητής-κριτικός λογοτεχνίας, Γιώργος Ξενάριος, συγγραφέας, Αριστοτέλης Σαΐνης, κριτικός λογοτεχνίας.

Η Μαρκία Λιάπη είναι απόφοιτος του τμήματος Φιλολογίας του Α.Π.Θ. όπου και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στον κλάδο της Γενικής και Συγκριτικής Δραματολογίας. Από τότε ζει, εργάζεται και δημιουργεί στη Θεσσαλονίκη.