Διαβάσαμε | «Δύο επιστολές για τη ρηχότητα του κακού», Εκδόσεις Άγρα

Γράφει η Εύα Κουκή

Οι Εκδόσεις Άγρα ξεκινούν τη  νέα τους σειρά βιβλίων με τίτλο «Δύο Επιστολές» με πρώτο ανάγνωσμα τις «Δύο επιστολές για τη ρηχότητα του κακού» (μετάφραση: Παναγιώτης Τσιαμούρας), τα γράμματα που αντάλλαξαν ο Gershom Scholem και η Hannah Arendt το 1963. Αφορμή του μεταξύ τους διαλόγου –και, εν τέλει, διαμάχης– που αναπτύχθηκε στην αλληλογραφία αυτή ήταν το βιβλίο της Άρεντ «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ», το οποίο πραγματευόταν τη δίκη του Άιχμαν.

Ο Άιχμαν –αρχιτέκτονας και συντονιστής του Ολοκαυτώματος– συλλήφθηκε από τη Μοσάντ, τις ισραηλινές μυστικές  υπηρεσίες, στην Αργεντινή, στις 11 Μαΐου του 1960. Η δίκη του ξεκίνησε στις 11 Απριλίου  1961 και ολοκληρώθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1961. Καταδικάστηκε σε θάνατο. Η Άρεντ είχε ζητήσει από το περιοδικό New Yorker με το οποίο συνεργαζόταν να μεταβεί στην Ιερουσαλήμ ως απεσταλμένη με σκοπό να καλύψει τη δίκη. Τις εντυπώσεις της και τις σκέψεις της σχετικά με τη δίκη και τον Άιχμαν τις ενσωμάτωσε στο βιβλίο της «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ».

Το βιβλίο της Άρεντ δεν είναι απλώς μια τυπική δημοσιογραφική καταγραφή της δίκης, αλλά μια εις βάθος φιλοσοφική προσέγγιση του όλου ζητήματος. Στο έργο της αυτό, η Άρεντ κάνει λόγο για την περίφημη κοινοτοπία του κακού. Παρουσιάζει το Άιχμαν ως ένα ανθρωπάκι, έναν σχολαστικό γραφειοκράτη, με χαμηλό πνευματικό επίπεδο και φτωχή σκέψη, ως ένα «υπάκουο πτώμα» και όχι ως έναν δαιμόνιο τύπο με σατανικά ένστικτα. Ενδιαφέρον έχει να σημειώσουμε, όπως παρατηρεί η Άρεντ, ότι ο Άιχμαν στη δίκη του στην Ιερουσαλήμ υποστήριξε εντόνως ότι είχε ζήσει όλη του τη ζωή σύμφωνα με τους κανόνες του Καντ και, πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ορισμό του καθήκοντος του φιλοσόφου. Με μια πρώτη ματιά, βέβαια, η δήλωση αυτή είναι σαφώς προκλητική, διότι ουσία της ηθικής φιλοσοφίας του Καντ είναι η κριτική ικανότητα του ανθρώπου και όχι η τυφλή υπακοή σε εξωτερικές διαταγές. Στην δίκη του ο Άιχμαν φαίνεται να δηλώνει πως από τη στιγμή που του ανατέθηκε το σχέδιο της Τελικής Λύσης έπαψε να ζει σύμφωνα με τις καντιανές αρχές εν γνώσει του αλλά παρηγορείτο διότι δεν ήταν αυτός κύριος των πράξεών του και δεν μπορούσε να αλλάξει τίποτε από όσα συνέβαιναν. Ωστόσο, η Άρεντ εύστοχα παρατηρεί και σημειώνει ότι ο Άιχμαν ξεχνά να αναφέρει ότι δεν είχε απλώς απορρίψει την καντιανή διατύπωση της κατηγορικής προσταγής αλλά, ουσιαστικά, την είχε παραποιήσει ώστε να εννοεί ότι κάποιος θα έπρεπε να ενεργεί ως εάν η βασική αρχή πάνω στην οποία βασίζονται οι πράξεις του να είναι η ίδια αρχή με του νομοθέτη ή του νόμου της χώρας.

Η φιλόσοφος υποστηρίζει ότι τα μεγαλύτερα εγκλήματα μπορούν να διαπραχθούν από τους πιο συνηθισμένους και ρηχούς ανθρώπους, γιατί το κακό δεν είναι ριζικό. Στον Ολοκληρωτισμό (1951) είχε χαρακτηρίσει το κακό ως «ριζικό». Όμως, στην πορεία των χρόνων η Άρεντ μεταθέτει την άποψή της στο ότι το κακό είναι «κοινότοπο» και ακόμα καλύτερα: το κακό είναι «ρηχό». Για να το κατανοήσουμε αυτό μας βοηθά ιδιαίτερα το εισαγωγικό σημείωμα του Παναγιώτη Τσιαμούρα. Το κακό, σύμφωνα με την ίδια, είναι ένα φαινόμενο της επιφάνειας. Δεν είναι ριζικό, είναι απλώς ακραίο. Και όσο πιο ρηχός είναι ένας άνθρωπος, τόσο πιο εύκολο του είναι να ενδώσει στο κακό. Χρησιμοποιώντας την έννοια της «ρηχότητας» η Άρεντ αναφέρεται στην έλλειψη βάθους και σκέψης. Οι ανωτέρω απόψεις της εξόργισαν τις εβραϊκές κοινότητες αλλά και πολλούς προσωπικούς της γνωστούς και φίλους, καθώς θεώρησαν πως έτσι αποκόπτεται από τον εβραϊσμό και πως δικαιολογεί το Άιχμαν. Αποτέλεσμα ήταν να ξεσπάσει μια πολεμική εναντίον της στις αρχές τις δεκαετίας του ’60.

Αφορμή για την ανταλλαγή των δύο επιστολών το 1963 είναι η δυσαρέσκεια του Σόλεμ απέναντι στις απόψεις της Άρεντ. Η αντιπαράθεσή τους έχει ως πυρήνα το ζήτημα του κακού. Ο Σόλεμ την κατηγορεί για αποκοπή από την εβραϊκή της καταγωγή και για έλλειψη αγάπης για τον εβραϊκό λαό εν γένει, καθώς και για έλλειψη ευαισθησίας. Η ίδια σημειώνει ξεκάθαρα ότι η μόνη αγάπη που γνωρίζει είναι η αγάπη προς τους φίλους, προς συγκεκριμένα πρόσωπα, και όχι προς κάποιου είδους συλλογικότητα. Επιπλέον, επισημαίνει πως πράγματι άλλαξε γνώμη και δεν κάνει πια λόγο για «ριζικό κακό» αλλά ότι πλέον είναι της άποψης πως το κακό δεν είναι ποτέ ριζικό. Η ίδια σημειώνει: «Το κακό δύναται να κατακυριεύει τα πάντα και να σαρώνει τον κόσμο ολόκληρο, ακριβώς γιατί διασπείρεται σαν μύκητας. Το κακό “προκαλεί τη σκέψη”, όπως είπα, γιατί η σκέψη προσπαθεί να αγγίξει το βάθος, να φτάσεις στις ρίζες του και, από τη στιγμή που καταπιάνεται με το κακό, απογοητεύεται, το εγχείρημα αποβαίνει μάταιο, γιατί δεν βρίσκει τίποτε, γιατί δεν υπάρχει τίποτε να βρει. Εδώ έγκειται η “ρηχότητά” του. Μόνο το καλό έχει βαθύτητα και μόνο το αγαθό μπορεί να είναι ριζικό».

Οι επιστολές που αντάλλαξαν ο Σόλεμ και η Άρεντ αποτελούν μια καλή ευκαιρία για να δούμε ποια είναι τα επιχειρήματα (ή έστω κάποια από αυτά) με τα οποία καταφέρθηκε μια μερίδα ανθρώπων εναντίον της Άρεντ και ποια είναι η επιχειρηματολογία που διαμορφώθηκε από τη φιλόσοφο ως απάντηση. Το ζήτημα της φύσης του κακού είναι πάντα ένα θέμα προς συζήτηση και η παρούσα έκδοση μας δίνει την κατάλληλη αφορμή για να προβούμε (ξανά) στη συζήτηση αυτή.