Είδαμε | «The curing room» – Ενα αντιπολεμικό και κοινωνικό δράμα

Γράφει ο Χρήστος Βασιλακόπουλος

Στο Vault τα στενά ξανά..

Ο πολυχώρος Vault για πολλούς μπήκε στο κάδρο της θεατρικής Αθηνάς μέσω της παράστασης ”The Curing Room”. H trend – λεγε με και viral – παράσταση των δυο τελευταίων χρόνων έχει τραβήξει την προσοχή των θεατρόφιλων της πρωτεύουσας. Όμως πριν από αυτό ας απευθυνθώ για τον ελέφαντα του δωματίου.

Το να θεωρεί κάποιος προκλητικό το γυμνό στο θέατρο, είναι τουλάχιστον παλιακό (την ίδια ώρα βέβαια κάποιοι ακόμα βρίσκονται έξω από θέατρα με δάδες και σταυρούς υπέρ της θρησκείας αλλά άλλο αυτό). Η παράσταση έχει γυμνούς πρωταγωνιστές; Ναι, ξεκάθαρα, αλλά όχι χωρίς λόγο. Μπορεί για το κουτσομπολιό του θέματος αυτή η συνθήκη να παρακινήσει πολλούς να δουν την παράσταση ώστε να δουν κάποιον ”γνωστό” γυμνό αλλά αυτό ξεφτίζει μέσα στα πρώτα λεπτά. Το γυμνό στο θέατρο χρειάζεται λόγο ύπαρξης και όχι να υφίσταται ως ένα πυροτέχνημα διαφημιστικής καμπάνιας.

Ενα αντιπολεμικό και κοινωνικό δράμα

Επτά άνδρες – Ρώσοι στρατιώτες – κλειδώνονται γυμνοί, χωρίς φαγητό και νερό στο κελάρι ενός άδειου Μοναστηριού από Ναζιστικά στρατεύματα που αποχωρούν από την Νότια Πολωνία στο τέλους του Β Παγκοσμίου Πολέμου το 1944. Ορίστε η ύπαρξη του γυμνού και η αιτιολόγηση του.

Το έργο του David Ian Lee σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καρατζιά είναι προφανέστατα ένα αντιπολεμικό και κοινωνικό δράμα. Πόσο εύκολα κάποιος διαγράφει τους κοινωνικούς και στρατιωτικούς κανόνες και επιστρέφει στα άγρια, ζωώδη ένστικτα του για να μπορέσει να επιβιώσει; Τι είναι αυτό που κάποιος ”ξεχνά” πρώτα; Τον βαθμό; Την τιμή; Τον σεβασμό; Ή την ίδια του την ψυχή;

Η επιτυχία του έργου βρίσκεται στην ωμή αλήθεια που ο θεατής ζει μέσα σε 90 λεπτά. Γιατί σε έναν μικρο χώρο όπως είναι η πρώτη σκηνή του πολυχώρου Vault όλα είναι πιο κοντά σου. Οι ήρωες του έργου απέχουν όσο μια ανάσα από εσένα και δύσκολα μπορείς να ξεφύγεις από τον στροβιλισμό των πράξεων τους.

Η αδυναμία της παράστασης και όχι του έργου είναι η μη ολοκληρωμένες ερμηνείες των ηθοποιών. Εκτός, από κάποιες δυνατές στιγμές ορισμένων το γενικό σύνολο του θιάσου ήταν αδύναμο σε ένα αντικειμενικά δυνατό θέμα. Ο Ευθύμης Γεωργόπουλος αποτελεί μια περίπτωση που κάποιος πρέπει να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην ερμηνεία του. Εξίσου πολύ καλές στιγμές έχουν οι Νίκος Γκέλια, Πάνος Νάτσης και Στέλιος Καλαϊτζής. Με τον θίασο να ολοκληρώνουν οι Τάσος Δέδες και Στέλιος Ψαρουδάκης.

Στα συν της παράστασης η πρωτότυπη μουσική του Μάνου Αντωνιάδη.

Ένα έργο για την φύση του ανθρώπου και πότε αφήνεται να ενεργεί με τα ένστικτα και όχι με τους κανόνες και τις ιδέες που έχει μεγαλώσει. Δεν είναι μια παράσταση για όλους αλλά είναι μια παράσταση που όλοι θα έπρεπε να δουν. Γιατί ο καλός θεατής είναι ο θεατής με ενημέρωση, μην το ξεχνάμε!