Είδαμε το «Jesus Christ Superstar» στο θέατρο Ακροπόλ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA
0

Γράφει ο Μάνος Δασκαλογιάννης

Το “Jesus Christ Superstar“, σε κείμενο του Tim Rice και μουσική του Andrew Lloyd Webber η πρώτη ροκ όπερα που ανέβηκε ποτέ στο Μπρόντγουεϊ, έχοντας παιχτεί σε πάνω από 42 χώρες, έχοντας αποσπάσει δεκάδες βραβεία, μεταξύ άλλων και οσκαρική υποψηφιότητα για την κινηματογραφική της μεταφορά το 1974 αποτελεί ένα από τα δημοφιλέστερα μουσικά έργα όλων των εποχών. Η κλασσική ροκ παράσταση ήρθε και στην Ελλάδα σε σκηνοθεσία Θέμιδος Μαρσέλλου  στο θέατρο Ακροπόλ και είχαμε την ευκαιρία να την απολαύσουμε στην πρεμιέρα της σε ένα κατάμεστο θέατρο!

Θεματικός άξονας του έργου είναι τα Πάθη έως και την Σταύρωση, δοσμένα όμως μέσα από μοντέρνα ματιά και ανεπανάληπτα ροκ τραγούδια. Από την πρώτη σκηνή, ο πολυμελής θίασος μας προϊδεάζει για το τί πρόκειται να δούμε. Ηθοποιοί, άλλοι με στολές των αστυνομικών δυνάμεων καταστολής και άλλοι με ρούχα απλά, καθημερινά, δύο αντίπαλα στρατόπεδα παλεύουν μεταξύ τους, ενώ ένα παιδί στα λευκά, σύμβολο αθωότητας, υψώνεται από πάνω τους και με την ατάραχη παρουσία του τους σταματά. Η σκηνή συμβολική, και μας προετοιμάζει για τον ερχομό του Ιησού, τον οποίο ερμηνεύει ο Αιμιλιανός Σταματάκης.

Ο Ιησούς μιλά ή μάλλον τραγουδά για  όνειρο και ελπίδα στο εξαγριωμένο πλήθος, για μια ζωή καλύτερη από την τωρινή, ένα βασίλειο δικαιοσύνης τώρα και για πάντα. Δεν έχουν όμως τα λόγια του σε όλους την ίδια επίδραση. Ένας από τους μαθητές του ο Ιούδας (στο ρόλο o Ησαΐας Ματιάμπα) τον αμφισβητεί «πώς μπορεί ένα άδειο στομάχι να γεμίσει με ελπίδα τον ρωτά;». Η αντίφαση αναπόφευκτη, η σύγκρουση μοιραία. Η ελπίδα από την μια, η πεζή πραγματικότητα από την άλλη. Θες να κοιτάς ψηλά, μα αν δεν κοιτάς και χαμηλά θα σκοντάψεις. Και τί σημαίνει αυτό, πως δεν αξίζει ούτε καν να προσπαθήσεις να παλέψεις;

Και η σύγκρουση θα φτάσει μέχρι την προδοσία και τον άδικο χαμό Εκείνου, που έφερε την ελπίδα και αμφισβήτησε τους ισχυρούς. Και τον προδίδει ο Ιούδας, ο κάποτε ένθερμος υποστηρικτής του, που μέσα στην άγνοιά του, πίστευε πως είναι ο μόνος τρόπος να τον σώσει. Εκεί κρύβεται και μια από τις σημαντικότερες ιδέες της παράστασης. Ο εξαιρετικός Ματιάμπα μας δίνει έναν Ιούδα όχι κακό αλλά τραγικό, θύμα του ίδιου του εαυτού. Δεν βλάπτει από μένος, αλλά επειδή είναι μικρός ως άνθρωπος και ο Ιησούς μεγάλος ως θεός. Και όπως πολλές φορές μας έδειξε η ιστορία, όταν οι απλοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τα πεφωτισμένα πνεύματα προτιμούν να τα αφανίσουν.

Η πορεία του Ιησού δεν δίνεται με διδακτισμό, η κριτική στον άνθρωπο και τα λάθη του μόνο με υπαινιγμούς αναφέρεται στους στίχους του έργου, τη μεταφορά του οποίου επιμελήθηκε η ίδια η σκηνοθέτις. Σύμμαχος και πιστή συνοδοιπόρος μέχρι το τέλος αναδεικνύεται μια ταπεινή γυναίκα που ασκεί το πιο περιφρονημένο απ’ όλα τα επαγγέλματα, η Μαρία η Μαγδαληνή, ενσαρκωμένη από μια ορθά συγκρατημένη, αλλά και δραματική όποτε χρειάζεται Ήβη Αδάμου που μας κρατά με την γλυκύτητα της φωνής της.

Αυτός ωστόσο που ξαφνιάζει ευχάριστα παρά τη μικρή ομολογουμένως διάρκειας της παρουσίας του επί σκηνής δεν είναι άλλος από τον Νίκο Μουτσινά, ο οποίος σε ένα σκετς φολκλορικών διαστάσεων γεμάτο χρώματα και δυναμισμό, σπάει υπέροχα την επερχόμενη κούραση του θεατή λόγω της βαριάς ατμόσφαιρας που αναδύεται καθώς οδηγούμαστε στο δραματικό φινάλε. Μέσα από τον ρόλο ενός Ηρώδη/παρουσιαστή σε τηλεοπτικό σόου καταδικάζει τον Υιό του Θεού και ταυτόχρονα θίγει έξοχα την αλλοτριωτική επίδραση της τηλεόρασης, στο βωμό της οποίας άνθρωποι προδικάζονται και καταδικάζονται χωρίς ούτε τις στοιχειώδεις αποδείξεις.

Άξιος δε παραστάτης του έργου κρίνεται και ο χορός, πλαισιωμένος από καλλίφωνους ταλαντούχους δευτεραγωνιστές και εντυπωσιακές χορογραφίες, αποτέλεσμα της λεπτομερούς δουλειάς της χορογράφου Άννας Αθανασιάδη. Μέσα από διαρκή κίνηση και  τρομερή ροκ μουσική, απορρέει μια ζωντάνια αυθεντική που δεν μας αφήνει μέχρι το τελευταίο λεπτό. Επιπλέον, η Θέμιδα Μαρσέλλου, μπορεί στην απόδοση των στίχων να μην απέφυγε τις αστοχίες, αλλά σε σκηνοθετικό επίπεδο έχει κάνει καταπληκτική δουλειά. Με τα φώτα στήνει  ένα παιχνίδι σκιών, που άλλοτε φωτίζει τη σκηνή όπως το πνεύμα του Ιησού τη ζωή των απλών ανθρώπων, και άλλοτε πάλι αργοσβήνει, όπως η ελπίδα όταν αναδύεται η ανθρώπινη μικρότητα. Ταυτόχρονα δε, μέσα από μικρές προσεγμένες αισθητικές λεπτομέρειες όπως η εναλλαγή ιστορικών φωτογραφιών που δείχνουν τραγικά γεγονότα της ανθρώπινης ιστορίας, καθιστούν ακόμη πια αμέσα επίκαιρο το μήνυμα , ότι δυνάστης μας δεν είναι άλλος παρά εμείς.

Το “Jesus Christ Supestar”, μας κερδίζει ως θεατές, γιατί πάνω απ’ όλα είναι μια παράσταση που σέβεται τόσο τον εαυτό της όσο και το πρωτότυπο υλικό. Δίχως υπερβολές που θα μπορούσαν να διχάσουν, σκιαγραφεί την δικιά της μοντέρνα οπτική ενός κόσμου σε διαρκή αναζήτηση της ελπίδας αλλά και ενός κόσμου που δεν διστάζει συχνά να αφανίσει το διαφορετικό όταν εκφράζει φωνή αμφισβήτησης. Κλειδί στην επιτυχία αυτή, εφόσον μάλιστα πρόκειται για μιούζικαλ δεν θα μπορούσαν παρά να είναι οι πρωταγωνιστές που μας παρασύρουν με τις φωνές τους και μας εμπλέκουν σε αυτήν την μουσικοχορευτική αναπαράσταση της ζωής του Θεανθρώπου.

Δείτε επίσης