Κριτική: Ανθρωποφύλακες | Κατάβαση στην μνήμη μιας σκοτεινής εποχής

«Ο φάλαγγας είναι τύπος βασανιστηρίου και εφαρμόζεται στα πέλματα με αλλεπάλληλα χτυπήματα. Άλλη μέθοδος βασανισμού ήταν το ηλεκτροσόκ στα γεννητικά όργανα ή η εικονική εκτέλεση. Κι όμως, το χειρότερο ήταν η απομόνωση…»

Ο Περικλής Κοροβέσης έγραψε το 1969 το βιβλίο «Ανθρωποφύλακες». Για όσους πιθανόν να μην γνωρίζουν, είναι συγγραφέας, ηθοποιός και πολιτικός της Aριστεράς. Στο βιβλίο καταγράφει το χρονικό της σύλληψης, της φυλάκισης και των βασανιστηρίων που υπέστη, στην περιβόητη ταράτσα της Μπουμπουλίνας.

Ο σκηνοθέτης Μάνος Βαβαδάκης σκηνοθετεί ένα βιβλίο σταθμό τόσο στα ελληνικά όσο και στα διεθνή χρονικά και αυτό γιατί αποτελεί την πρώτη καταγεγραμμένη μαρτυρία που είδε το φως της δημοσιότητας κι αποκάλυψε τα όσα φριχτά και ανελέητα συνέβαιναν την περίοδο της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα. Η γραμμή που επιλέγει ο σκηνοθέτης δεν ακολουθεί το συναίσθημα, ούτε καν την μέθοδο της ταύτισης. Δεν χρειάζεται εξάλλου. Το κείμενο είναι από μόνο του τόσο δυνατό που οποιαδήποτε προσπάθεια υπερβολής μόνο κακό θα έκανε. Και ευτυχώς, το σκηνοθετικό ένστικτο του Μάνου Βαβαδάκη το εντόπισε αυτό και αφήνοντας να αναπνεύσει ο αρχικός, καταιγιστικός λόγος του συγγραφέα, χτίζει μια υπέροχη παράσταση. Ενενήντα λεπτά συμπυκνωμένης μαρτυρίας που όχι μόνο φανερώνει τα αισχρά των όσων συνέβαιναν, αλλά και τα αισχρότερα που εμμονικά –και καθόλου αθώα-  επέμεναν να αγνοούν όλοι όσοι έζησαν –και ακόμα κάποιοι ζουν- τότε.

Αυτοί, είναι οι δύο πόλοι που κινείται η παράσταση. Από την μια η κατάβαση στην μνήμη του Περικλή Κοροβέση, που βήμα βήμα ξετυλίγει το πως απήχθη από το σπίτι του και οδηγήθηκε στο κολαστήριο της ασφάλειας όπου τον βασάνισαν με όποιο  τρόπο μπορεί να σκεφτεί διεστραμμένος νους και από την άλλη μια κοινωνία απονευρωμένη σε ένα φολκλόρ γαϊτανάκι φαιδρότητας και πολιτικής αποχαύνωσης. Από την μια όλος ο παρακρατικός μηχανισμός που έστηνε εν μία νυκτί ενόχους και τους εξαφάνιζε και από την άλλη ο ίδιος κρατικός μηχανισμός που έφτιαχνε δρόμους, έδινε εισιτήρια για το γήπεδο και οργάνωνε φιλανθρωπικά γκαλά για τους φτωχούς. Ο σκηνοθέτης βασίζει την σύλληψη του σε αυτήν την αντίθεση.

Στον δωρικό μονόλογο του Νέστωρα Κοψιδά και την απαστράπτουσα φλυαρία των τριών έτερων ηθοποιών της παράστασης Θεοδώρας Γεωργακοπούλου, Άρη Λάσκου και Ελένης Ζαχοπούλου όπου πραγματικά οι ερμηνείες και των τεσσάρων ήταν πάρα πολύ καλές. Με αυτό τον τρόπο, ο Μάνος Βαβαδάκης δεν αποκαλύπτει μόνο τα του εξαιρετικά καλογραμμένου, η αλήθεια είναι, βιβλίου του Περικλή Κοροβέση, αλλά έρχεται να μας θυμίσει σε μια εποχή που δυστυχώς, παλινδρομεί πως τα όσα συνέβησαν τότε και αληθινά είναι και παραμονεύουν με σύμμαχο την λήθη να διαστρεβλωθούν στην προσπάθεια της πολιτικής κανονικότητας. Και αυτό, δραματουργικά είναι μια πολύ εύστοχη ανάγνωση από τον σκηνοθέτη.

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Όπως προείπα οι ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών είναι αριστοτεχνικές. Ο Νέστωρ Κοψιδάς στον ρόλο του ίδιου του συγγραφέα, είναι τόσο γήινος που σου δίνει την εντύπωση του ανθρώπου που στέκεται απέναντι σου και σου διηγείται μια ιστορία. Ο λόγος του είναι καθαρός και κατορθώνοντας κλιμάκωση στο δικό του συναίσθημα δεν εκβιάζει το δικό μας που έτσι κι αλλιώς το κερδίζει από το πρώτο κομμάτι της παράστασης. Για όσους έχουμε διαβάσει το κείμενο αναγνωρίσαμε στην ερμηνεία του το υποβόσκον σαρκασμό του συγγραφικού λόγου του Κοροβέση που βέβαια δεν έχει σκοπό να απαξιώσει, αλλά ως μηχανισμός άμυνας και στάση ζωής να υπογραμμίσει το ελάχιστο των ανθρώπων που τον βασάνισαν.

Η Θεοδώρα Γεωργακοπούλου στον ρόλο της χορεύτριας, παρουσιάστριας και νοσοκόμας είναι χάρμα οφθαλμών. Τραγουδάει, χορεύει και παίζει με άνεση. Το ίδιο απολαυστική είναι και η Ελένη Ζαχοπούλου, που σε εφάμιλλο ρόλο ξεχωρίζει για την ενέργεια της και την αμεσότητα της. Άρτια φωνητικά και οι δυο τους καταφέρνουν μια πολύ όμορφη χημεία πάνω στη σκηνή. Ο Άρης Λάσκος κάνει τον κομπέρ και μέσα από λόγο- αντίλογο με τον πρωταγωνιστή λειτουργεί και εκείνος ως αντίθεση. Επίσης, ωραίος λόγος και ωραία κίνηση. Ειδικά τη στιγμή που υποδύεται τον αρχιβασανιστή που προσπαθεί να συμμορφώσει τον Κοροβέση είναι ανατριχιαστικός.

Το σκηνικό της Γιωργίνας Γερμανού παρουσιάζει πολύ ενδιαφέρον. Σε συνεργασία, προφανώς, με τον σκηνοθέτη έχουν μετατρέψει μια ολόκληρη σκηνή σε ένα τεράστιο πίνακα όπου ο πρωταγωνιστής με κιμωλία διαιρεί τις αναμνήσεις του και σταδιακά σκιαγραφεί όλη την παράσταση σε ένα πρώην λευκό πάτωμα. Σαν τα πρώην λευκά κελιά που κρατούσαν φυλακισμένους τους κρατουμένους και εκείνοι ζωγράφιζαν τις αναμνήσεις τους για να μπορούν να αντέξουν. Τα κουστούμια, επίσης, της Γιωργίνας Γερμανού είναι ένα απλό ρούχο για τον Νέστωρα Κοψίδα, έτσι ώστε τίποτα να μην αποσπά την προσοχή από τον λόγο του και λαμπερές παγιέτες για τους τρεις ηθοποιούς που συμβολίζουν την παρακμή της εποχής.

Η μουσική της παράστασης θυμίζει σόναρ. Ένας υπόκωφος θόρυβος δημιουργούσε μια κλειστοφοβική διάθεση. Απροσδιόριστος ήχος, που ενώ δεν μου ήταν ευχάριστος επιτύγχανε τον σκοπό του αφού ένιωθες μια αίσθηση πανικού.

Η παράσταση «Ανθρωποφύλακες» καταφέρνει να σωματοποιήσει μια ολόκληρη εποχή και σε 90 λεπτά καλού θεάτρου με μεστή σκηνοθεσία και πολύ καλές ερμηνείες.

Info: Παραστάσεις από μέχρι 18 Φεβρουαρίου, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00 στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης.