Μια υπόγεια ομορφιά από το Θέατρο Τέχνης – Κάρολος Κουν, του Λάζαρου Αντωνιάδη

«Η βρωμιά δεν μπορεί ν’ αγαπήσει τη βρωμιά», φράση της Σολάνζ.

50 χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν. Τότε η μετάφραση έγινε από τον Οδυσσέα Ελύτη. Θα μπορούσε ο τίτλος να μεταφραστεί ως υπηρέτριες, αλλά δεν είχε ξεπεραστεί από τους Έλληνες ακόμα ο τρόπος που αντιμετώπιζαν το υπηρετικό προσωπικό. Έτσι, λοιπόν, έμεινε πιστή και στην πρώτη αυτή απόπειρα η Μαριάννα Κάλμπαρη. Εισαγωγικά στοιχεία μαζί μ’ ένα μικρόφωνο κι ένα ηχείο στο πάτωμα.

Ο Ζαν Ζενέ είναι ξεκάθαρος στον τρόπο που θέλει να παρουσιαστεί το έργο. Αυτές οι δούλες είναι τέρατα. Τέρατα του περιθωρίου. Να καθρεφτίζουν την πραγματικότητα στα μάτια του συγγραφέα. Να βλέπει τον εαυτό του σκηνή. Τον λωποδύτη, τον αλκοολικό, που στα 12 του χρόνια στιγματίστηκε ως κλέφτης, που περιπλανήθηκε στην Ευρώπη, που πληρώθηκε για το σώμα του, που είδε στα μάτια του περιθωρίου “μια υπόγεια ομορφιά”.

Οι Δούλες, είναι καταραμένες. Ένας τρόπος αλληλεξάρτησης. Θα μπορούσαν να ήταν νέγρες που θέλησαν ν’ απαλλαγούν από τους λευκούς. –Ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος και παντού είναι φυλακισμένος-. Έτσι, λοιπόν, η ύπαρξη τους εξαρτάται από τον τρόπο που και οι ίδιες αντιμετωπίζουν την καταδίκη τους. Θα μπορούσε, επίσης, να ήταν ένα πείραμα.

Δύο αδελφές υπηρέτριες που ζουν και προσφέρουν όλες τις υπηρεσίες τους στην Κυρία, αλλά παράλληλα την μισούν. Επιθυμούν τον υλικό κόσμο, χωρίς ωστόσο να προσπαθούν να τον αποκτήσουν. Ο μόνος τρόπος διαφυγής τους είναι το έγκλημα. Η Κλαιρ, λέει, ότι φοβάται τ’ αντικείμενα και με τα αντικείμενα που θα προσφέρει θ’ απαλλάξει τον εαυτό της.

Η Κυρία είναι καλή μέσα στην κενότητα της. Ένα αλισβερίσι προσφοράς. Ίσως, να τοποθετείται και εκεί, σαν να κοινωνικό καυστικό σχόλιο. Το δούναι και λαβείν. Το καλό και το κακό, βέβαια, είναι σχετικό. Είναι θέμα οπτικής.

Η Κάλμπαρη στη Καθημερινή αναφέρει: «Το έργο συνδέεται συχνά στις παραστάσεις με την ιστορία των αδελφών Léa Papin. Σαφώς ο Ζενέ επηρεάστηκε από το αποτρόπαιο έγκλημά τους, όμως αυτή ήταν η αφορμή. Οι δικές του ηρωίδες ό,τι κι αν κάνουν αποτυγχάνει, γι’ αυτό και στρέφεται εναντίον τους το παιχνίδι που παίζουν.»

Η Κάτια Γέρου, ως Σολάνζ, αφοπλιστική με τη συγκινητική της ειλικρίνεια πάνω στη σκηνή. Σπάει σαν μια γερασμένη γυναίκα που αποζητά τη συντριβή της Κυρίας, «Τι καταραμένες που είμαστε!», γιατί κουράστηκε. Ακόμα κι αν ήταν σχήμα λόγου. Κουράστηκε να παίζει τον ίδιο ρόλο.

Η Κωνσταντίνα Τάκαλου, από την άλλη, ως Κλαιρ, θα συναρπάσει με τη συνέπεια της ως μια γυναίκα ψυχικά ασθενής. Ο τρόπος που χειρίζεται τη μετάβαση του χαρακτήρα μέχρι το τέλος θα καθηλώσει, ώστε να επέλθει η λύτρωση.

Η Μαριάννα Κάλμπαρη ως σκηνοθέτις, μεταφράστρια και ηθοποιός έφτιαξε ένα σύμπαν τρέλας μέσα σ’ ένα μαύρο κουτί. Έγκλειστο και πνιγηρό παρουσιάζει όλες τις ανασφάλειες της γυναικείας υποδομής και του κοινωνικού κατεστημένου. Ένας υλικός κόσμος που μηδενίζεται. Έκλαμψη κι έπειτα απόλυτο σκοτάδι. Ευρηματικές σκηνοθετικές τεχνικές που ακολούθησαν πιστά τη ροή του θεατρικού λόγου του Ζαν Ζενέ. Στη συνσκηνοθεσία ο Βασίλης Μαυρογεωργίου.

Τα σκηνικά και τα κουστούμια είναι της Χριστίνας Κάλμπαρη, η μουσική επιμέλεια του Νέστωρα Κοψιδά και οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου.

*4 Μαΐου τελευταία παράσταση στο θέατρο Αθήναιον, στη Θεσσαλονίκη. Παραστάσεις στην Αθήνα, στο Θέατρο Κάρολος Κουν μέχρι τις 16 Μαΐου.

Δείτε επίσης